«Η Φάιλε δεν λέει ψέματα!» γρύλισε ο Πέριν. Όχι όσον αφορά στο θέμα αυτό, τουλάχιστον.
Για άλλη μια φορά, η Κολαβήρ συγκρατήθηκε. Παρά το μικρό της ύψος, προσπάθησε να δείξει όσο ψηλότερη γινόταν. Ο Πέριν σχεδόν τη θαύμαζε, εκτός δηλαδή από τον Μέιλαν, τον Μάρινγκιλ, τη Μάιρ και -το Φως οίδε- πόσους ακόμα. «Απαιτώ δικαιοσύνη, Άρχοντα Δράκοντα». Η φωνή της ήταν σταθερή και ήρεμη. Ηγεμονική. «Δεν υπάρχει καμιά απολύτως απόδειξη για όλες αυτές τις... αισχρότητες. Κάποια που δεν βρίσκεται πια στην Καιρχίν μου έβαλε στο στόμα λόγια που δεν ξεστόμισα ποτέ. Απαιτώ τη δικαιοσύνη του Άρχοντα Δράκοντα. Σύμφωνα με τους νόμους που έφτιαξε ο ίδιος, πρέπει να υπάρξει απόδειξη».
«Και πώς ξέρεις ότι δεν βρίσκεται πια στην Καιρχίν;» απαίτησε να μάθει ο Ντομπραίν. «Πού είναι;»
«Υποθέτω πως έφυγε». Η απάντηση της είχε αποδέκτη τον Ραντ. «Η Μάιρ δεν δουλεύει για μένα πια και την αντικατέστησα με τη Ριάλ, από δω». Έδειξε προς το μέρος της τρίτης ακόλουθης στα αριστερά. «Δεν έχω ιδέα πού μπορεί να είναι. Φέρτε την μπροστά μου, αν βρίσκεται ακόμα στην πόλη, κι ας υποστηρίξει αυτούς τους γελοίους ισχυρισμούς κοιτώντας με κατάματα. Τα ψέματα θα στραφούν εναντίον της». Η Φάιλε την κοίταζε με βλέμμα δολοφονικό. Ο Πέριν ήλπιζε να μην παρουσιάσει κανένα από αυτά τα μαχαίρια που κρατούσε κρυμμένα. Είχε το συνήθειο να κάνει κάτι τέτοια όταν εξοργιζόταν πολύ.
Η Ανούρα καθάρισε τον λαιμό της. Κοιτούσε τον Ραντ εξεταστικά και, προς μεγάλη ενόχληση του Πέριν, από αρκετά κοντινή απόσταση. Αυτό το βλέμμα που μοιάζει με πουλιού που κοιτάει ένα σκουλήκι τού θύμισε ξαφνικά τη Βέριν. «Μπορώ να μιλήσω Αφέντη.. .εεε... Άρχοντά μου Δράκοντα;» Ο Ραντ ένευσε ευγενικά κι η γυναίκα, τακτοποιώντας το σάλι της, συνέχισε. «Όσον αφορά στη νεαρή Μάιρ, δεν γνωρίζω τίποτα, παρά μονάχα ότι το πρωί μιας μέρας ήταν εδώ και, προτού ακόμα νυχτώσει, δεν την έβρισκαν πουθενά και κανείς δεν ήξερε πού πήγε. Ο Άρχοντας Μάρινγκιλ κι ο Ανώτατος Άρχοντας Μέιλαν, όμως, είναι διαφορετικό ζήτημα. Η Πρώτη του Μαγιέν έφερε μαζί της δύο άριστους άντρες, πεπειραμένους στο να πιάνουν ληστές και να διαλευκάνουν εγκλήματα. Έφεραν μπροστά μου δύο από τους άντρες που επιτέθηκαν στον Ανώτατο Άρχοντα Μέιλαν, στον δρόμο, αν κι οι δυο τους επέμεναν πως απλώς του κρατούσαν τα χέρια, ενώ άλλοι τον μαχαίρωναν. Μου έφεραν επίσης και την υπηρέτρια που έχυσε δηλητήριο στο αρωματικό κρασί που αρεσκόταν να πίνει στο κρεβάτι ο Άρχοντας Μάρινγκιλ. Κι αυτή ισχυρίστηκε πως ήταν αθώα. Η ανάπηρη μητέρα της, όπως κι η ίδια, θα πέθαιναν αν δεν πέθαινε πρώτα ο Άρχοντας Μάρινγκιλ. Έτσι ισχυρίστηκε και, στην περίπτωσή της, πιστεύω πως λέει την αλήθεια. Δεν νομίζω πως η παρηγοριά της εξομολόγησης της έκρυβε δόλο. Πάντως, τόσο οι άντρες όσο κι η γυναίκα, συμφωνούν σε ένα πράγμα: οι διαταγές που τους δόθηκαν προήλθαν από το στόμα της ίδιας της Κολαβήρ».
Με κάθε λέξη της Ανούρα, η περιφρόνηση υποχωρούσε όλο και περισσότερο από τη στάση της Κολαβήρ. Παραδόξως, εξακολουθούσε να στέκεται ευθυτενής. Έμοιαζε χαλαρή κι άτονη, σαν μουσκεμένο κουρέλι. «Υποσχέθηκαν», μουρμούρισε προς το μέρος του Ραντ. «Υποσχέθηκαν πως δεν θα γύριζες ποτέ». Κάλυψε με τα χέρια το στόμα της, αλλά ήταν πολύ αργά. Τα μάτια της γούρλωσαν κι ο Πέριν ευχήθηκε να μην άκουγε τους ήχους που έβγαιναν από το λαρύγγι της. Κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να παράγει τέτοιους ήχους.
«Προδοσία και φόνος». Ο Ντομπραίν ακουγόταν ευχαριστημένος. Οι ψιθυριστές κραυγές δεν τον άγγιζαν. «Η τιμωρία είναι ή ίδια, Άρχοντά μου Δράκοντα. Θάνατος. Βέβαια, σύμφωνα με τον νέο σου γόμο, το έγκλημα τιμωρείται με απαγχονισμό». Για κάποιο λόγο, ο Ραντ κοίταξε προς το μέρος της Μιν κι αυτή τού αντιγύρισε το βλέμμα με έκδηλη θλίψη. Όχι για την Κολαβήρ αλλά για τον ίδιον. Ο Πέριν αναρωτήθηκε αν σήμαιναν κάτι αυτές οι ματιές.
«Απαιτώ... απαιτώ να έρθει ο δήμιος», κατάφερε να ψελλίσει η Κολαβήρ με πνιχτή φωνή. Το πρόσωπό της είχε κρεμάσει. Είχε γεράσει μέσα σε μια στιγμή, και τα μάτια της αντανακλούσαν ατόφιο τρόμο. Ωστόσο, δεν είχε τίποτα να χάσει και συνέχισε να δείχνει δυναμική. «Είναι... είναι δικαίωμά μου. Δεν θέλω να... κρεμαστώ σαν κοινή θνητή!»
Μια εσωτερική πάλη φαίνεται πως συντάραζε τον Ραντ, ο οποίος κουνούσε το κεφάλι του ταραγμένος. Όταν τελικά μίλησε, τα λόγια του ήταν παγερά σαν τον πάγο και σκληρά σαν το αμόνι. «Κολαβήρ Σάιγκαν, σου αφαιρώ όλους τους τίτλους που κατέχεις». Λέξεις που έμοιαζαν με καρφιά. «Σου αφαιρώ τη γη και την περιουσία σου, τα πάντα εκτός από το φόρεμα που φοράς. Έχεις κάποια... μικρή φάρμα;»
Η κάθε πρόταση συντάραζε τη γυναίκα, η οποία λικνιζόταν σαν μεθυσμένη, προφέροντας σιωπηλά τη λέξη «φάρμα» σαν να μην την είχε ξανακούσει. Η Ανούρα, η Φάιλε κι όλοι οι υπόλοιποι, κοιτούσαν προς το μέρος του Ραντ παραξενεμένοι, περίεργοι ή και τα δύο μαζί. Το ίδιο έκανε κι ο Πέριν. Φάρμα; Αν προηγουμένως η Μεγάλη Αίθουσα φάνταζε σιωπηλή, τώρα έμοιαζε να μην αναπνέει κανείς.