Выбрать главу

«Αν η οποιαδήποτε Άες Σεντάι σου κάνει κακό», ψιθύρισε, «θα τη σκοτώσω». Ο Πέριν πίστευε πως τα εννοούσε αυτά που έλεγε. «Ανήκεις μόνο σε μένα, Πέριν τ' Μπασίρε Αϋμπάρα. Μόνο σε μένα». Κι αυτό το πίστευε. Το σφιχταγκάλιασμά της έγινε δυνατότερο, όπως επίσης κι η δριμεία οσμή της ζήλιας. Ο άντρας κακάρισε ελαφρά. Φαίνεται πως αυτή η γυναίκα είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να του καρφώσει ένα μαχαίρι. Θα γέλαγε αν αυτό το νημάτιο του φόβου δεν εξακολουθούσε να υφίσταται, όπως επίσης κι όσα είχε πει σχετικά με τη Μάιρ. Δεν είχε τη δυνατότητα να μυρίσει τον εαυτό του, αλλά ήξερε τι ήταν αυτό που απέπνεε. Φόβος. Ένας παλιός φόβος που έτεινε να αντικατασταθεί από έναν καινούργιο.

Οι τελευταίοι ευγενείς βγήκαν από τη Μεγάλη Αίθουσα ευπρεπώς, χωρίς να τσαλαπατηθεί κανείς. Ο Πέριν έστειλε τον Άραμ να πει στον Ντένιλ ότι οι άντρες των Δύο Ποταμών μπορούσαν πια να εισέλθουν στην πόλη —αν κι αναρωτιόταν με ποιον τρόπο θα τους έτρεφαν- και πρόσφερε το μπράτσο του στη Φάιλε για να την οδηγήσει έξω, αφήνοντας τον Ντομπραίν μαζί με την Κολαβήρ η οποία έδειχνε ήδη σημάδια ανάνηψης. Δεν είχε καμιά διάθεση να βρίσκεται εκεί όταν η γυναίκα θα συνερχόταν πλήρως. Η Φάιλε, με το χέρι της να ακουμπάει στο δικό του, φαίνεται πως έκανε τις ίδιες σκέψεις. Προχώρησαν με γρήγορο βήμα, ανυπόμονοι να φτάσουν στα δώματά τους, αν κι όχι αναγκαστικά για τον ίδιο λόγο.

Οι ευγενείς προφανώς δεν σταμάτησαν το φευγιό τους από τη στιγμή που βρέθηκαν έξω από τη Μεγάλη Αίθουσα. Οι διάδρομοι ήταν άδειοι, εκτός από μερικούς υπηρέτες με χαμηλωμένα βλέμματα που κινούνταν βιαστικά και σιωπηλά. Πριν ακόμα προλάβουν να απομακρυνθούν όμως, ο Πέριν άκουσε τον ήχο βημάτων κι αντιλήφθηκε ότι κάποιος τους ακολουθούσε. Δεν ήταν και πολύ πιθανόν να είχε ακόμα υποστηρικτές η Κολαβήρ αλλά, στην περίπτωση που υπήρχαν κάποιοι, σίγουρα θα σκέφτηκαν να χτυπήσουν τον Ραντ μέσω του φίλου του, ο οποίος περπατούσε μονάχος μαζί με τη σύζυγό του τη στιγμή που ο Αναγεννημένος Δράκοντας βρισκόταν κάπου αλλού.

Ωστόσο, όταν ο Πέριν στράφηκε απότομα να δει ποιος ήταν, με την παλάμη ακουμπισμένη στο τσεκούρι του, έμεινε εμβρόντητος. Ήταν η Σελάντε κι οι φίλοι της από τον προθάλαμο, μαζί με οκτώ ή εννιά καινούργια πρόσωπα. Μόλις τον είδαν να γυρνάει προς το μέρος τους ξαφνιάστηκαν κι αντάλλαξαν ταραγμένες ματιές. Κάποιοι ήταν Δακρυνοί, συμπεριλαμβανομένης και μιας γυναίκας ψηλότερης από όλους εκτός από έναν Καιρχινό. Φορούσε μια αντρική κάπα και σφικτές βράκες, ακριβώς όπως κι η Σελάντε με τις υπόλοιπες, ενώ στο γοφό της ήταν περασμένο ένα ξίφος. Ο Πέριν δεν είχε υπόψη του ότι αυτή η ανοησία είχε πέραση στους Δακρυνούς.

«Για ποιο λόγο μάς ακολουθείτε;» απαίτησε να μάθει. «Αν προσπαθείτε να με μπλέξετε στα ηλίθια προβλήματά σας, σας ορκίζομαι πως θα σας δώσω μία και θα βρεθείτε στο Μπελ Τάιν!» Είχε και στο παρελθόν προβλήματα με αυτούς τους ανόητους, ή με κάποιους που τους έμοιαζαν εν πάση περιπτώσει. Το μόνο που σκέφτονταν ήταν η τιμή τους, οι μονομαχίες και το πώς θα κάνουν ο ένας τον άλλον γκαϊ'σάιν. Αυτό το τελευταίο εξόργιζε υπέρμετρα τους Αελίτες.

«Ακούστε κι υπακούστε σε αυτά που σας λέει ο σύζυγός μου», είπε κοφτά η Φάιλε. «Δεν είναι κανένας τυχάρπαστος». Οι χαζές ματιές εξαφανίστηκαν και οι νεαροί άρχισαν να υποχωρούν υποκλινόμενοι, συναγωνιζόμενοι ποιος θα κάνει την καλύτερη εντύπωση. Συνέχισαν να υποκλίνονται μέχρι που χάθηκαν στη στροφή.

«Καταραμένοι νεαροί παλιάτσοι», μουρμούρισε ο Πέριν, προσφέροντας το χέρι του και πάλι στη Φάιλε.

«Ο σύζυγος μου είναι σοφός, παρά τα χρόνια του», μουρμούρισε κι αυτή. Ο τόνος της φωνής της ήταν πολύ σοβαρός, αλλά η οσμή της είχε ξανά κάτι διαφορετικό.

Ο Πέριν συγκρατήθηκε. Όντως, λίγοι ήταν μεγαλύτεροι του κατά ένα ή δύο χρόνια, αλλά όλοι τους έμοιαζαν με παιδιά που παίζουν με τους Αελίτες. Τώρα, με τη Φάιλε ευδιάθετη, η στιγμή έμοιαζε κατάλληλη για να συζητήσουν. Υπήρχαν κάποια πράγματα που έπρεπε να της πει. «Φάιλε, πώς κι έγινες μία από τις ακολούθους της Κολαβήρ;»

«Οι υπηρέτες, Πέριν», είπε σιγανά. Ήταν αδύνατον να ακουστεί σε απόσταση μεγαλύτερη ων δύο ποδών. Η κοπέλα ήξερε τα πάντα όσον αφορά την ακοή του και τους λύκους. Δεν ήταν κάτι που μπορούσε να κρύψει ένας άντρας από τη γυναίκα του. Η βεντάλια της άγγιξε το αυτί της, ένδειξη πως έπρεπε να προσέχει όταν μιλάει. «Πολλοί ξεχνάνε τους υπηρέτες, αλλά όλο και κάτι μπορεί να ακούσουν. Στην Καιρχίν, μάλιστα, η ακοή τους είναι ιδιαίτερα οξεία».