Выбрать главу

Κανείς από τους υπηρέτες με τις λιβρέες που είδε δεν φάνηκε να έχει στήσει αυτί. Οι ελάχιστοι που δεν έστριβαν στις γωνίες αντικρίζοντας το ζευγάρι, επιτάχυναν το βήμα τους, τρέχοντας σχεδόν, με το βλέμμα χαμηλωμένο στο πάτωμα και χαμένοι στις σκέψεις τους. Στην Καιρχίν τα νέα διαδίδονταν γρήγορα ούτως ή άλλως, πόσω μάλλον τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Μεγάλη Αίθουσα και τα οποία θα πρέπει να είχαν κάνει ήδη το γύρο της πόλης, ίσως δε να είχαν φθάσει κι έξω από αυτήν. Αναμφίβολα, στην Καιρχίν υπήρχαν κατάσκοποι που δούλευαν για τις Άες Σεντάι, για τους Λευκομανδίτες και, πιθανότατα, για τους διάφορους διεκδικητές του θρόνου.

Η Φάιλε συνέχισε να μιλάει χαμηλόφωνα, παρά την προσοχή που του επέστησε. «Από τη στιγμή που θα μάθαινε ποια είμαι, η Κολαβήρ θα ήταν αδύνατον να ενεργήσει γρήγορα για να με περιλάβει στην ακολουθία της. Το όνομα του πατέρα μου, όπως και της ξαδέλφης μου, της έκανε μεγάλη εντύπωση». Αποτελείωσε την πρότασή της συγκατανεύοντας ελαφρά, λες κι είχε απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις.

Οι απαντήσεις ήταν ικανοποιητικές. Σχεδόν. Ο πατέρας της ήταν ο Ντάβραμ, Υψηλή Έδρα του Οίκου Μπασίρε, Άρχοντας του Μπασίρε, του Τιρ και της Σιδόνα, Φρουρός του Σταχτοσύνορου, Υπερασπιστής των Κεντρικών Περιοχών και Στρατηγός της Βασίλισσας Τενόμπια της Σαλδαία. Η εξαδέλφη της Φάιλε ήταν η ίδια η Τενόμπια. Η Κολαβήρ είχε κάμποσους λόγους να συμπεριλάβει τη Φάιλε στην ακολουθία της. Ο Πέριν είχε αρκετό χρόνο μπροστά του να συλλογιστεί γύρω από αυτά τα θέματα κι υπερηφανευόταν πως είχε αρχίσει να συνηθίζει τους τρόπους της. Η συζυγική ζωή μάθαινε σε έναν άντρα πολλά πράγματα για τις γυναίκες ή, εν πάση περιπτώσει, για τη δική του γυναίκα. Η άρνησή της να δώσει απαντήσεις επιβεβαίωνε μερικά πράγματα. Η Φάιλε δεν είχε επίγνωση του κινδύνου, ούτε κι αν αυτός ο κίνδυνος απειλούσε την ίδια.

Φυσικά, ο Πέριν δεν διανοήθηκε να μιλήσει ανοικτά γι' αυτό το θέμα εδώ, στους διαδρόμους. Θα μπορούσε να μιλήσει ψιθυριστά αλλά, αφενός η Φάιλε δεν διέθετε την ακοή του κι, αφετέρου, θα επέμενε ότι ο κάθε υπηρέτης σε απόσταση πενήντα βημάτων θα μπορούσε να τους ακούσει. Κάνοντας υπομονή συνέχισε να προχωράει πλάι της μέχρι που, ύστερα από κάμποση ώρα που φάνηκε αιώνας, έφτασαν στα δώματα που είχαν κρατηθεί αποκλειστικά γι' αυτούς. Οι φανοί ήταν αναμμένοι και το φως τους τρεμόφεγγε πάνω στους μαύρους, λουστραρισμένους τοίχους. Το κάθε ξύλινο, ψηλό πλαίσιο ήταν σκαλισμένο με ομόκεντρα τετράγωνα. Στο τετράγωνο, πέτρινο τζάκι η εστία ήταν άδεια εκτός από μερικά μίζερα κλαδιά χαμόδεντρων τα οποία είχαν πάρει ένα πράσινο χρώμα.

Η Φάιλε κατευθύνθηκε αμέσως προς ένα μικρό τραπέζι πάνω στο οποίο υπήρχε ένας δίσκος με δύο χρυσές κανάτες. Η υγρασία σχημάτιζε σταγόνες στην επιφάνειά τους. «Μας άφησαν τσάι από βατόμουρο, άντρα μου, καθώς και κρασί ποντς, από το Θάρον νομίζω. Το βάζουν στις στέρνες, κάτω από το παλάτι, για να ψυχθεί. Τι προτιμάς;»

Ο Πέριν έλυσε τη ζώνη του και, μαζί με το τσεκούρι, την πέταξε σε μια καρέκλα. Είχε σχεδιάσει προσεκτικά όσα έπρεπε να πει όσο περπατούσαν. Η γυναίκα αυτή ήταν τετραπέρατη. «Φάιλε, μου έλειψες πολύ κι ανησυχούσα διαρκώς για σένα, αλλά...»

«Ανησυχούσες για μένα!» τον έκοψε απότομα, κάνοντας στροφή για να τον αντικρίσει. Ήταν ευθυτενής και ψηλή, με μάτια διαπεραστικά κι άγρια, όπως το είδος του γερακιού που έφερε το όνομά της. Η βεντάλια της διέγραψε μια κυκλική κίνηση προς τη μέση του, κάτι που δεν συνήθιζε να κάνει όταν κρατούσε βεντάλιες. Μερικές φορές έκανε την ίδια κίνηση κρατώντας μαχαίρι. «Οι πρώτες λέξεις που ξεστόμισες μόλις ήρθες αφορούσαν εκείνη ...τη γυναίκα!»

Ο Πέριν έμεινε με ανοικτό το στόμα. Πώς μπόρεσε να ξεχάσει την οσμή που γέμιζε τα ρουθούνια του; Ακούμπησε με το χέρι τη μύτη του να δει αν είχε ματώσει. «Φάιλε, ήθελα τους ληστοκυνηγούς της. Μη...» Όχι, δεν ήταν και τόσο βλάκας να επαναλάβει εκείνο το όνομα. «Είπε ότι είχε αποδείξεις της δηλητηρίασης πριν φύγω. Την άκουσες! Το μόνο που ήθελα ήταν αυτές οι αποδείξεις, Φάιλε».

Δεν κατάφερε και πολλά πράγματα. Αυτή η δριμιά μυρωδιά δεν είχε υποχωρήσει ούτε στο ελάχιστο, τουναντίον ενισχύθηκε κι από την αδιόρατη, ξινή οσμή της προσβολής. Μα, τι στο Φως είχε πει και πληγώθηκε έτσι;

«Ήθελες τη δική της απόδειξη! Οι δικές μου αποδείξεις δεν μέτρησαν τίποτα, ενώ οι δικές της ήταν αρκετές για να στείλουν την Κολαβήρ στην αγχόνη, κάτι που θα έπρεπε να γίνει». Αυτή ήταν η ευκαιρία που επιθυμούσε, αλλά η Φάιλε δεν επρόκειτο να τον αφήσει να υπαινιχτεί τίποτα. Προχώρησε προς το μέρος του, με τα μάτια της να πετάνε φλόγες και κρατώντας τη βεντάλια λες και κρατούσε εγχειρίδιο. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ο Πέριν ήταν να οπισθοχωρήσει. «Ξέρεις τι είπε αυτή η γυναίκα;» Η Φάιλε μιλούσε σχεδόν συριστικά. Μια μαύρη οχιά δεν θα έσταζε τόσο δηλητήριο. «Ξέρεις; Είπε ότι ο λόγος που δεν ήσουν εδώ ήταν επειδή βρισκόσουν σε ένα τσιφλίκι, όχι πολύ μακριά από την πόλη. Σε ένα μέρος όπου μπορούσε να σε επισκέπτεται! Ετοίμασα μια ιστορία -ότι δήθεν είχες πάει για κυνήγι που κράτησε αρκετό καιρό!— κι έπεισα τους πάντες ότι τα πήγαινα καλά μαζί σου και μαζί της! Η Κολαβήρ ευχαριστήθηκε πολύ. Τείνω να πιστέψω πως, ο μόνος λόγος που πήρε αυτή τη Μαγιενή παλλακίδα σαν ακόλουθο ήταν για να διώξει εμάς τις δύο. "Φάιλε, Μπερελαίν, ελάτε να στολίσετε το μανδύα μου". "Φάιλε, Μπερελαίν, ελάτε να κρατήσετε τον καθρέφτη για τον κομμωτή μου". "Φάιλε, Μπερελαίν, ελάτε να με πλύνετε". Ευχαριστιόταν να περιμένει να βγάλουμε τα μάτια η μία της άλλης! Να τι υπέφερα! Κι όλα αυτά για σένα, μαλλιαρέ μπάσταρδε...!»