Η πλάτη του ακούμπησε με δύναμη πάνω στον τοίχο κι ένιωσε κάτι να σπάει μέσα του. Είχε φοβηθεί πολύ για το άτομό της κι ήταν έτοιμος να έρθει αντιμέτωπος με τον Ραντ ή ακόμα και με τον ίδιο τον Σκοτεινό. Κι ωστόσο, δεν είχε κάνει τίποτα, ποτέ του δεν ενθάρρυνε την Μπερελαίν, αντίθετα την παρότρυνε να απομακρυνθεί. Και να το ευχαριστώ τώρα.
Την έπιασε μαλακά από τους ώμους και την ανασήκωσε, έτσι που αυτά τα μεγάλα, λοξά μάτια να βρεθούν στο ύψος των δικών του. «Άκουσέ με», της είπε ήρεμα, προσπαθώντας να διατηρήσει χαμηλό τόνο στη φωνή του, αν και τα λόγια του ακούστηκαν πιότερο σαν γρύλισμα. «Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι, πώς τολμάς; Ανησυχούσα μέχρι θανάτου μήπως και πάθεις κακό. Εσένα αγαπάω και καμιά άλλη. Ποτέ μου δεν επιθύμησα άλλη γυναίκα εκτός από σένα, μ' ακούς; Μ' ακούς;» Την κράτησε σφικτά στο στήθος του και δεν ήθελε να την αφήσει για τίποτα στον κόσμο. Μα το Φως, πόσο είχε φοβηθεί. Και μόνο η σκέψη τού τι θα μπορούσε να συμβεί, τον έκανε να τρέμει ακόμα και τώρα. «Αν σου συνέβαινε κάτι κακό, Φάιλε, θα πέθαινα. Θα ξάπλωνα πάνω στον τάφο σου και θα πέθαινα! Νομίζεις πως δεν ξέρω με ποιο τρόπο ανακάλυψε η Κολαβήρ ποια είσαι; Εσύ η ίδια το κανόνισες». Η κατασκοπία ανήκει στα καθήκοντα μιας συζύγου, έτσι του είχε πει κάποτε. «Μα το Φως, γυναίκα, θα μπορούσες να έχεις την τύχη της Μάιρ. Η Κολαβήρ ξέρει πως είσαι γυναίκα μου. Γυναίκα μου. Γυναίκα του Πέριν Αϋμπάρα, του φίλου του Ραντ αλ'Θόρ. Δεν σκέφτηκες ποτέ ότι θα το υποψιαζόταν; Θα μπορούσε να... Μα το Φως, Φάιλε, θα μπορούσε...»
Ξαφνικά, συνειδητοποίησε τι έκανε. Η κοπέλα έβγαζε διάφορους ήχους έτσι όπως ήταν σφιγμένη πάνω στο στήθος του, αλλά ο Πέριν δεν ξεχώριζε καμιά λέξη. Αναρωτήθηκε πώς και δεν άκουσε τα πλευρά της να σπάζουν. Τα έβαλε με τον εαυτό του που φάνηκε τόσο μπουνταλάς απέναντι της, και την άφησε. Πριν ακόμα προλάβει να απολογηθεί, τα δάχτυλά της άρπαξαν τη γενειάδα του.
«Ώστε με αγαπάς;» ρώτησε απαλά. Πολύ απαλά, και θερμά. Χαμογελούσε. «Αρέσει σε μια γυναίκα να ακούει τέτοια λόγια όταν προφέρονται με τον σωστό τρόπο». Είχε αφήσει κάτω τη βεντάλια και με τα νύχια του ελεύθερου χεριού της χάραζε απαλά το μάγουλό του, αν και όχι τόσο δυνατά ώστε να τον ματώσει. Το λαρυγγώδες γέλιο της ήταν θερμό κι η ματιά της κρυφόκαιγε με έναν τρόπο που δεν είχε καμιά σχέση με οργή. «Ευτυχώς που δεν είπες ότι δεν έχεις κοιτάξει ποτέ άλλη γυναίκα γιατί θα νόμιζα ότι τυφλώθηκες».
Είχε μείνει εμβρόντητος και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, παρά μόνο να την παρακολουθεί με ανοικτό το στόμα. Ο Ραντ καταλάβαινε τις γυναίκες, όπως κι ο Ματ, αλλά ο Πέριν νόμιζε πως δεν θα τις καταλάβαινε ποτέ. Ήταν εξίσου αλκυόνα όπως και γεράκι, αλλάζοντας συμπεριφορά πιο γρήγορα από τη σκέψη του, κι ωστόσο... αυτή η οξεία μυρωδιά είχε χαθεί εντελώς κι είχε αντικατασταθεί από μια άλλη οσμή της που ο Πέριν ήξερε πολύ καλά. Μια οσμή εντελώς δική της, ατόφια, έντονη και καθαρή. Υπήρχε κι αυτή η αλλαγή στη ματιά της κάθε φορά που έλεγε κάτι σχετικά με τα κορίτσια του αγροκτήματος την εποχή της συγκομιδής. Προφανώς θα ήταν διαβόητα αυτά τα κορίτσια από τη Σαλδαία.
«Όσον αφορά το ότι θα ξαπλώσεις στον τάφο μου», συνέχισε, «σου υπόσχομαι πως, αν το κάνεις, η ψυχή μου θα σε στοιχειώσει. Θα με θρηνήσεις όπως είθισται κι έπειτα θα βρεις άλλη γυναίκα. Κάποια που να εγκρίνω, ελπίζω». Του χάιδεψε τη γενειάδα με ένα απαλό γελάκι. «Δεν είσαι φτιαγμένος για να φροντίζεις μόνος σου τον εαυτό σου, ξέρεις. Θέλω να μου το υποσχεθείς».
Ήταν καλύτερα να μη φάει τα μούτρα του τώρα. Αν αρνιόταν, αυτή η υπέροχη διάθεσή της θα χανόταν στη λαίλαπα που θα ακολουθούσε, κι ο υδράργυρος θα ανέβαινε επικίνδυνα. Αν πάλι δεχόταν... Η οσμή της του φανέρωνε πως η κάθε της λέξη έκρυβε αλήθεια, αλλά θα έπρεπε να έρθει ο κόσμος ανάποδα για να πιστέψει κάτι τέτοιο. Καθάρισε το λαιμό του. «Πρέπει να κάνω ένα μπάνιο. Κι εγώ δεν ξέρω πόσο καιρό έχω να δω σαπούνι. Θα πρέπει να μυρίζω σαν στάβλος».