Выбрать главу

Η Φάιλε πήρε μια βαθιά ανάσα κι ακούμπησε στο στήθος του. «Μυρίζεις θαυμάσια, όπως σε έχω συνηθίσει». Τα χέρια της απλώθηκαν στους ώμους του. «Νιώθω σαν...» Εκείνη τη στιγμή άνοιξε απότομα η πόρτα.

«Πέριν, η Μπερελαίν δεν... Ω, συγγνώμη! Συγχωρήστε με». Ο Ραντ στεκόταν στην είσοδο, αμφιταλαντευόμενος, χωρίς να θυμίζει διόλου τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Έξω, διακρίνονταν μερικές Κόρες. Η Μιν πέρασε το κεφάλι της πάνω από το πλαίσιο της πόρτας, έριξε μια ματιά, χαμογέλασε στον Πέριν κι αποτραβήχτηκε.

Η Φάιλε παραμέρισε, με τρόπο τόσο ευγενικό, μειλίχιο κι επιβλητικό που κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει τι έλεγε ένα λεπτό πριν. Ή, πολύ περισσότερο, τι είχε υπόψη της να πει. Ωστόσο, μερικές κόκκινες κηλίδες, λαμπερές και ζεστές, είχαν βάψει τα μάγουλά της. «Πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, Άρχοντα Δράκοντα», είπε ψυχρά, «που έρχεσαι τόσο απρόσμενα. Λυπάμαι που δεν σε άκουσα να χτυπάς». Ίσως το αναψοκοκκίνισμα να ήταν πιότερο θυμός παρά αμηχανία.

Ήταν η σειρά του Ραντ να αναψοκοκκινίσει. Πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του. «Η Μπερελαίν δεν βρίσκεται στο παλάτι. Απ' ό,τι ξέρουμε, περνάει τη νύχτα της σε αυτό το πλοίο των Θαλασσινών που έχει αγκυροβολήσει στο ποτάμι. Κόντευα να φθάσω στα δώματά της όταν μου το ανέφερε η Ανούρα». Ο Πέριν προσπάθησε σκληρά να μη μορφάσει. Για ποιον λόγο ανέφερε συνεχώς το όνομα αυτής της γυναίκας; «Ήθελες να μου μιλήσεις για κάτι άλλο, Ραντ;» Ήλπιζε πως δεν φάνηκε τόσο δηκτικός κι ευχήθηκε να κατάλαβε ο Ραντ τι εννοούσε. Απέφυγε να κοιτάξει προς το μέρος της Φάιλε, αλλά οσμίστηκε τον αέρα επιφυλακτικά. Δεν υπήρχε ίχνος ζήλιας, αν και πλανιόταν μια αίσθηση οργής.

Για μια στιγμή, ο Ραντ τον κοίταξε, τόσο έντονα που θα έλεγες πως το βλέμμα του τον διαπερνούσε. Έμοιαζε να ακούει κάτι. Ο Πέριν σταύρωσε τα χέρια του για να πάψει να τρέμει.

«Πρέπει να μάθω», είπε τελικά ο Ραντ. «Εξακολουθείς να μη θέλεις να διοικήσεις το στρατό ενάντια στο Ιλιαν; Πρέπει να ξέρω».

«Δεν είμαι στρατηγός», απάντησε τραχιά ο Πέριν. Θα ξεσπούσαν μάχες στο Ίλιαν. Εικόνες άστραψαν στο μυαλό του. Άντρες, μαζεμένοι γύρω του, κι αυτός να ανοίγει δρόμο με το τσεκούρι του, στριφογυρίζοντάς το και λιανίζοντας κεφάλια. Όσους και να τσάκιζε, έρχονταν περισσότεροι. Οι ορδές τους ήταν ατελείωτες. Ωστόσο, ένας σπόρος βλάσταινε στην καρδιά του. Του ήταν αδύνατον να αντιμετωπίσει ξανά κάτι τέτοιο. Αδύνατον. «Επιπλέον, υποτίθεται ότι θα στεκόμουν δίπλα σου, έτσι νόμιζα». Αυτό, το είχε πει η Μιν, βλέποντας τα πράγματα από τη δική της οπτική γωνία. Δύο φορές χρειάστηκε να είναι παρών ο Πέριν για να μην καταρρεύσει ο Ραντ. Η μία από αυτες ήταν στα Πηγάδια του Ντουμάι μάλλον, αλλά σίγουρα θα υπήρχε κι άλλη.

«Όλοι πρέπει να ρισκάρουμε». Η φωνή του Ραντ ήταν σιγανή, αλλά και τραχιά. Η Μιν έριξε ξανά μια ματιά μέσα από το πλαίσιο της πόρτας, σαν να ήθελε να περάσει μέσα και να έρθει πλάι του, αλλά βλέποντας τη Φάιλε προτίμησε να παραμείνει έξω.

«Ραντ, οι Άες Σεντάι...» Ένας έξυπνος άντρας δεν θα συνέχιζε την πρότασή του, αλλά ποτέ του δεν ισχυρίστηκε πως ήταν ιδιαίτερα έξυπνος. «Οι Σοφές είναι έτοιμες να τις γδάρουν ζωντανές. Δεν πρέπει να τις αφήσεις να πάθουν κακό, Ραντ». Στο διάδρομο, η Σούλιν έστρεψε το εξεταστικό της βλέμμα προς τη μεριά του.

Ο άντρας που πίστευε ότι ήξερε γέλασε, ένα γέλιο που έμοιαζε πιότερο με θορυβώδη συριγμό. «Πρέπει να ρισκάρουμε», επανέλαβε ο Ραντ.

«Δεν θα τις αφήσω να πάθουν κακό, Ραντ».

Ψυχρά, γαλάζια μάτια συνάντησαν τα δικά του. «Δεν θα τις αφήσεις, εσύ;»

«Εγώ», απάντησε ευθέως ο Πέριν. Δεν έκανε πίσω κάτω από την ένταση του βλέμματός του. «Είναι κρατούμενες και δεν κρύβουν καμία απειλή. Γυναίκες είναι».

«Είναι Άες Σεντάι». Η φωνή του Ραντ έμοιαζε τόσο πολύ με του Άραμ, στα Πηγάδια του Ντουμάι, που ο Πέριν εξεπλάγη.

«Ραντ...»

«Θα κάνω αυτό που πρέπει, Πέριν». Για μια στιγμή ήταν ο παλιός Ραντ, αυτός που ποτέ δεν του άρεσαν όσα συνέβαιναν. Φάνηκε κουρασμένος μέχρι θανάτου. Για μια στιγμή μόνο. Ύστερα, έγινε και πάλι ο νέος Ραντ, τόσο σκληρός που θα χάραζε ατσάλι. «Δεν θα πειράξω καμιά Άες Σεντάι χωρίς να το αξίζει, Πέριν. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ περισσότερα. Αφού δεν θέλεις να αναλάβεις το στρατό, θα σε χρησιμοποιήσω κάπου αλλού. Το ίδιο μου κάνει. Μακάρι να είχα τη δυνατότητα να σου επιτρέψω να ξεκουραστείς μια δυο μέρες, αλλά είναι αδύνατον. Ο χρόνος επείγει και πρέπει να γίνουν πολλά. Με συγχωρείς που σε διέκοψα». Προσποιήθηκε μια υπόκλιση, με το χέρι ακουμπισμένο στη λαβή του σπαθιού του. «Φάιλε».