Πάσχισε να διώξει μακριά αυτή τη σκέψη. Δεν απείχε και πολύ από παραλογισμό. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να εμπιστεύεται κάποιον. Απλώς, καλό είναι να μην έχει εμπιστοσύνη σης Άες Σεντάι. Ο Ματ κι ο Πέριν. Αν μπορούσε να μην τους εμπιστευθεί... Η Μιν. Ούτε λόγος να μην εμπιστευθεί τη Μιν. Ευχήθηκε να ήταν εδώ, μαζί του, αντί να αναπαύεται στο κρεβάτι της. Όλες αυτές τις ταραγμένες μέρες που πέρασε σαν αιχμάλωτη, μέρες στενοχώριας -περισσότερο για τον ίδιο παρά γι' αυτήν, απ' όσο ήξερε- μέρες ανακρίσεων από την Γκαλίνα και κακομεταχείρισης όταν οι απαντήσεις της δεν ικανοποιούσαν -έτριξε τα δόντια του χωρίς να το καταλάβει- όλα αυτά συν την κοπιαστική προσπάθεια που κατέβαλε για να τον Θεραπεύσει ήταν αρκετά για να τη φέρουν ψηλά στην εκτίμησή του. Είχε μείνει πλάι του μέχρι που δεν μπορούσε πια να σταθεί στα πόδια της κι ο Ραντ χρειάστηκε να την κουβαλήσει στην κρεβατοκάμαρα ενώ αυτή διαμαρτυρόταν κουρασμένα, λέγοντας πως την είχε ανάγκη. Η Μιν όμως δεν ήταν εδώ αυτή τη στιγμή. Στερούνταν την παρηγοριά της παρουσίας της που τον έκανε να γελάει και να ξεχνάει τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Το μόνο που υπήρχε ήταν ο πόλεμος με το σαϊντίν, ο στρόβιλος των σκέψεών του και...
Πρέπει να δοθεί ένα τέλος, κι εσύ μπορείς να το κάνεις. Δεν θυμάσαι την τελευταία φορά; Εκείνο το μέρος κοντά στα πηγάδια ήταν πενιχρό. Ολόκληρες πόλεις κάηκαν, αλλά δεν σήμαινε τίποτα. Καταστρέψαμε τον κόσμο! ΜΕ ΑΚΟΥΣ; ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΟΥΝ, ΝΑ ΣΒΗΣΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ...
Η φωνή που ηχούσε μέσα στο μυαλό του δεν ήταν δική του. Δεν ανήκε στον Ραντ αλ'Θόρ αλλά στον Λουζ Θέριν Τέλαμον, νεκρό εδώ και πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια, ο οποίος μιλούσε στο νου του Ραντ αλ'Θόρ. Η Δύναμη τον ανέσυρε συχνά από την κρυψώνα του, ανάμεσα στις σκιές του μυαλού του Ραντ. Μερικές φορές, ο Ραντ αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ήταν ο Λουζ Θέριν Τέλαμον αναγεννημένος, ο Δράκοντας Αναγεννημένος, δεν μπορούσε να το αρνηθεί, αλλά ούτως ή άλλως, ο καθένας είχε αναγεννηθεί εκατοντάδες, χιλιάδες φορές ίσως. Έτσι δούλευε το Σχήμα. Όλοι πέθαιναν κι αναγεννούνταν, ξανά και ξανά, καθώς ο Τροχός γύριζε στο διηνεκές, χωρίς τέλος. Κανείς όμως στο παρελθόν δεν είχε μιλήσει με αυτόν που ήταν κάποτε. Κανείς δεν άκουγε φωνές στο μυαλό του, παρά μόνο οι τρελοί.
Κι εγώ; αναρωτήθηκε ο Ραντ. Με το ένα χέρι έσφιξε το Σκήπτρο του Δράκοντα και με το άλλο τη λαβή του ξίφους του. Κι εσύ; Πόσο διαφορετικοί είμαστε από τους άλλους;
Ακολούθησε σιωπή. Ο Λουζ Θέριν συχνά δεν απαντούσε. Ίσως θα ήταν καλύτερα να μη μιλούσε καν.
Είσαι αληθινός; είπε τελικά η φωνή, με μια χροιά απορίας. Αυτή η άρνηση της ύπαρξης του Ραντ ήταν τόσο συνηθισμένη όσο κι η άρνηση να δώσει απαντήσεις. Είμαι; Μίλησα σε κάποιον. Έτσι νομίζω, τουλάχιστον. Μέσα σε ένα κουτί. Ένα κιβώτιο. Ασθματικό, μαλακό γέλιο ακούστηκε. Είμαι νεκρός, τρελός ή και τα δύο; Δεν έχει σημασία. Το σίγουρο είναι ότι είμαι καταραμένος κι ότι αυτός εδώ είναι ο Λάκκος του Ολέθρου. Είμαι... κα-καταραμένος, το γέλιο έγινε άγριο τώρα, κι-κι αυτός εί-είναι ο Λα-Λάκκος του...
Ο Ραντ χαμήλωσε τον τόνο της φωνής, κάνοντάς τη να ακούγεται σαν βόμβος εντόμου, κάτι που είχε μάθει να κάνει όσο ήταν στριμωγμένος μέσα σε εκείνο το κιβώτιο. Μόνος, στο σκοτάδι, παρέα με τον πόνο, τη δίψα και τη φωνή ενός από καιρό τρελαμένου άντρα. Μερικές φορές, η φωνή τον ανακούφιζε γιατί αποτελούσε τη μοναδική του παρέα. Ήταν ο φίλος του. Κάτι άστραψε στο μυαλό του. Δεν ήταν εικόνες, απλά παιχνιδίσματα φωτός και κίνησης. Για κάποιο λόγο, τον έκαναν να σκεφτεί τον Ματ και τον Πέριν. Τα παιχνιδίσματα είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στο εσωτερικό του κιβωτίου, μαζί με χίλιες ακόμα παραισθήσεις. Μέσα σε εκείνο το κιβώτιο που τον έχωναν η Γκαλίνα, η Έριαν, η Κατερίνε κι οι υπόλοιπες κάθε μέρα ύστερα από το ξυλοφόρτωμα. Κούνησε το κεφάλι του. Όχι, δεν βρισκόταν πια στο κιβώτιο. Τα δάχτυλά του πονούσαν, έτσι τυλιγμένα σφιχτά όπως ήταν γύρω από το σκήπτρο και το σπαθί. Μόνο οι αναμνήσεις παρέμεναν, κι αυτές δεν διέθεταν δύναμη. Δεν ήταν...