Выбрать главу

«Αν είναι να ταξιδέψουμε προτού φας, ας ξεκινήσουμε. Το δείπνο έχει σερβιριστεί από ώρα».

Ο Ραντ βλεφάρισε κι η Σούλιν έκανε ένα βήμα πίσω μόλις αντίκρισε το βλέμμα του. Ναι, η Σούλιν που μπορούσε να κοιτάξει κατάματα μια λεοπάρδαλη. Ο Ραντ προσπάθησε να χαλαρώσει αλλά ένιωθε το πρόσωπό του μια μάσκα, σαν να ήταν το πρόσωπο κάποιου άλλου.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε η γυναίκα.

«Σκεφτόμουν». Τα χέρια του ξεσφίχτηκαν κι ανασήκωσε τους ώμους του μέσα από το πανωφόρι του, ένα πανωφόρι που του ταίριαζε καλύτερα από αυτό που φορούσε στα Πηγάδια του Ντουμάι. Σκούρο μπλε κι απλό. Ακόμα κι ύστερα από το μπάνιο, δεν ένιωθε καθαρός με το σαϊντίν να είναι μέσα του. «Μερικές φορές, σκέφτομαι υπερβολικά».

Σχεδόν είκοσι ακόμα Κόρες στριμώχνονταν στη μια πλευρά του μακρόστενου, και χωρίς παράθυρα, μαύρου δωματίου. Οκτώ επίχρυσοι φανοί πάνω σε βάθρο, κατά μήκος του τοίχου, παρείχαν φωτισμό αντανακλώντας το φως. Αυτό του προκαλούσε ευχαρίστηση. Δεν του άρεσαν πια τα σκοτεινά μέρη. Υπήρχαν ακόμα τρεις από τους Άσά’μαν, με τις Αελίτισσες από τη μια μεριά της κάμαρας κι αυτούς από την άλλη. Ο Τζόναν Άντλεϋ, Αλταρανός παρά το όνομά του, στεκόταν με τα χέρια σταυρωμένα και τα φρύδια του να κινούνται σαν μαύρες κάμπιες, δείχνοντας ότι βρισκόταν σε βαθιά σκέψη. Περίπου τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος του Ραντ, είχε βάλει σκοπό να κερδίσει το ασημί ξίφος των Αφοσιωμένων. Ο Έμπεν Χόπγουιλ είχε παχύνει και το πρόσωπό του είχε λιγότερες κηλίδες από τότε που ο Ραντ τον είχε δει για πρώτη φορά, αν κι η μύτη και τα αυτιά του εξακολουθούσαν να είναι μεγάλα. Ψαχούλευε τη σπάθινη καρφίτσα στο πέτο του, λες και δεν περίμενε να τη βρει εκεί. Ο Φέντγουιν Μορ θα μπορούσε να φοράει κι αυτός το ξίφος αν δεν ήταν ντυμένος με μια πράσινη κάπα, κατάλληλη για ευκατάστατο έμπορο ή ελάσσονα ευγενή, με ένα μικρό, ασημί κέντημα στα μανικέτια και στο πέτο. Συνομήλικος του Έμπεν, αλλά πιο γεροδεμένος και χωρίς κηλίδες, δεν έμοιαζε διόλου ευχαριστημένος που το μαύρο πανωφόρι του είχε μετατραπεί σε μπόγο χωμένο στο δισάκι, στα πόδια του. Ήταν γι' αυτούς του τρεις, αλλά και για τους υπόλοιπους Άσα'μαν, που παραληρούσε ο Λουζ Θέριν. Οι Άσα’μαν, οι Άες Σεντάι κι οποιοσδήποτε άλλος με τη δυνατότητα της διαβίβασης του ασκούσαν ακαταμάχητη γοητεία.

«Σκέφτεσαι υπέρ το δέον, Ραντ αλ'Θόρ;» Η Ενάιλα κρατούσε ένα μικρό ακόντιο στο ένα χέρι και την ασπίδα μαζί με τρία ακόμα δόρατα στο άλλο. Ο τόνος της φωνής της ωστόσο έμοιαζε σαν να του έκανε παρατήρηση κουνώντας το δάχτυλό της προς το μέρος του. Οι Άσα'μαν συνοφρυώθηκαν και την κοίταξαν βλοσυροί. «Το πρόβλημά σου είναι ότι δεν σκέφτεσαι καν». Κάμποσες Κόρες γέλασαν σιγανά, αλλά η γυναίκα δεν αστειευόταν. Κοντύτερη από κάθε άλλη Κόρη παρούσα στη σύναξη, είχε μαλλιά φλογερά όπως το ταμπεραμέντο της, καθώς και μια παράδοξη άποψη αναφορικά με τη σχέση που είχε μαζί του. Η ξανθωπή φίλη της, η Σομάρα, που την ξεπερνούσε περίπου ενάμισι κεφάλι, ένευσε συμφωνώντας. Είχε την ίδια παράξενη άποψη.

Ο Ραντ αγνόησε το σχόλιο αλλά δεν κατάφερε να συγκρατήσει έναν αναστεναγμό. Η Σομάρα κι η Ενάιλα ήταν οι χειρότερες από τις Κόρες, αν και καμιά τους δεν μπορούσε να αποφασίσει κατά πόσον ο άντρας αυτός ήταν όντως ο Καρ'α'κάρν που όλοι έπρεπε να υπακούουν, ή το μοναχοπαίδι μιας Κόρης που έπρεπε να του φερθούν σαν αδελφό τους ή -σύμφωνα με μερικές- να το φοβερίσουν σαν γιο τους. Ακόμα κι η Τζαλάνι η οποία, μόλις λίγα χρόνια πριν, έπαιζε με τις κούκλες, πίστευε πως ο Ραντ ήταν ο μικρότερος αδελφός της, ενώ η Κοράνα, γκριζομάλλα και με επιδερμίδα σαν τεντωμένο πετσί, όπως της Σούλιν, τον θεωρούσε μεγαλύτερό της. Τουλάχιστον, όλα αυτά τα συζητούσαν αναμεταξύ τους κι απέφευγαν να τους ακούσουν οι Αελίτες. Υποτίθεται πάντως πως όντως ήταν ο Καρ'α'κάρν και, μάλιστα, το χρωστούσε σε αυτές. Είχαν πεθάνει για χάρη του. Τους χρωστούσε τα πάντα.

«Δεν σκοπεύω να περάσω εδώ όλη τη νύχτα ενώ εσείς θα σαλιαρίζετε σαν μικρά παιδάκια», είπε. Η Σούλιν του έριξε μια από αυτές τις περίεργες ματιές -οι καλοντυμένες γυναίκες ή όσες φορούσαν καντιν'σόρ δεν δίσταζαν διόλου να ρίχνουν τέτοιες ματιές τριγύρω τους- αλλά οι Άσα'μαν έπαψαν να κοιτάζουν τις Κόρες και πέρασαν τα λουριά από τα δισάκια πάνω από τους ώμους τους. Ζόρισέ τους, είχε πει στον Τάιμ, κάνε τους όπλα στα χέρια σου, κι αυτός τα κατάφερε. Το καλό όπλο σημαδεύει εκεί που το κατευθύνει ο χειριστής του. Μακάρι να ήταν σίγουρος πως δεν θα εκραγεί στα χέρια του.

Τρεις προορισμούς είχε απόψε, αλλά τον έναν από αυτούς δεν έπρεπε με τίποτα να τον μάθουν οι Κόρες. Κανείς, πέρα από τον ίδιο, δεν χρειαζόταν να τον ξέρει. Είχε αποφασίσει νωρίτερα ποιον από τους υπόλοιπους δύο θα εκπλήρωνε πρώτο, κι ωστόσο δίσταζε. Το ταξίδι θα γινόταν σύντομα γνωστό, αλλά υπήρχαν λόγοι να κρατηθεί ακόμα όσο το δυνατόν μυστικό.