Выбрать главу

Η Αλάνα δεν είχε φύγει ακριβώς, όπως και τις πιο πολλές φορές που χρειάστηκε να δεσμευτεί με τον Ραντ παρά τη θέλησή του, αλλά η παρουσία της είχε ατονήσει κι ήταν αυτή η ελάττωση που έκανε τον Ραντ να συνειδητοποιήσει την ύπαρξή της. Μπορούσες να συνηθίσεις τα πάντα, αρκεί να τα έπαιρνες τοις μετρητοίς. Βρισκόταν κοντά της, με τα συναισθήματά της, αλλά κι ολόκληρη τη φυσική της υπόσταση, φωλιασμένα μέσα στο κεφάλι του, γνωρίζοντας ακριβώς που βρισκόταν η κοπέλα το ίδιο καλά όσο ήξερε και την παλάμη του, αρκεί να έστρεφε την προσοχή του προς το μέρος της. Η απόσταση μέτραγε βέβαια, αλλά μπορούσε να την αισθανθεί κάπου ανατολικά του. Ήθελε να γνωρίζει την ακριβή θέση της κοπέλας. Αν ο Λουζ Θέριν σιωπούσε κι όλες οι αναμνήσεις από το κιβώτιο χάνονταν από το μυαλό του, υπήρχε ακόμα ο δεσμός που του υπενθύμιζε, «Μην εμπιστεύεσαι ποτέ μια Άες Σεντάι».

Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως ο Τζόναν κι ο Έμπεν κατέχονταν ακόμα από το σαϊντίν. «Αποδέσμευση», φώναξε κοφτά -αυτή ήταν η διαταγή που χρησιμοποιούσε ο Τάιμ- κι αισθάνθηκε τη Δύναμη να εξαφανίζεται από πάνω τους. Προς το παρόν, τα όπλα αυτά είχαν αποδειχτεί ικανοποιητικά. Σκότωσέ τους προτού να είναι αργά, μουρμούρισε ο Λουζ Θέριν. Ο Ραντ απελευθέρωσε την Πηγή, σκόπιμα αλλά και διστακτικά. Ανέκαθεν δεν του άρεσε να αφήνει τη ζωή, αυτή την αίσθηση των εμπλουτισμένων εμπειριών, αυτόν τον αγώνα. Κατά βάθος όμως βρισκόταν σε υπερένταση, έτοιμος να ορμήσει ξανά και να αρπαχτεί πάνω της για άλλη μια φορά.

Πρέπει να τους σκοτώσω, ψιθύρισε ο Λουζ Θέριν.

Αφήνοντας κατά μέρος τη φωνή, ο Ραντ έστειλε μια Κόρη, τη Νερίλια, μια γυναίκα με τετραγωνισμένο πρόσωπο, πίσω στο παλάτι κι άρχισε να πηγαίνει πάνω κάτω κατά μήκος των αμαξών, με τις σκέψεις να κλωθογυρίζουν στο νου του με πιο γοργούς ρυθμούς. Δεν έπρεπε να έρθει εδώ. Καλύτερα να έστελνε ένα γράμμα με τον Φέντγουιν. Οι σκέψεις στριφογύριζαν. Η Ηλαίην. Η Αβιέντα. Ο Πέριν. Η Φάιλε. Η Ανούρα. Η Μπερελαίν. Ο Ματ. Μα το Φως, δεν έπρεπε να έρθει. Η Ηλαίην με την Αβιέντα. Η Ανούρα με την Μπερελαίν. Η Φάιλε με τον Πέριν και τον Ματ. Χρωματιστές αστραπές, γρήγορες κινήσεις που χάνονταν στιγμιαία. Ένας παράφρονας, μακριά, που μουρμούριζε γεμάτος θυμό.

Σταδιακά, αντιλήφθηκε πως οι Κόρες συνομιλούσαν αναμεταξύ τους με θέμα την απαίσια μυρωδιά. Υπονοούσαν πως η αποφορά ερχόταν από την κατεύθυνση των Άσα’μαν. Προφανώς ήθελαν να ακουστούν, αλλιώς θα χρησιμοποιούσαν τη χειρομιλία. Το σεληνόφως ήταν αρκετό για να διακρίνει η μία την άλλη. Ήταν αρκετό, επίσης, για να αποκαλύψει το χρώμα που είχε πάρει το πρόσωπο του Έμπεν καθώς και το σφιγμένο σαγόνι του Φέντγουιν. Αν και δεν ήταν πάνω από δεκαπέντε ή δεκαέξι χρονών, είχαν πάψει να είναι αγόρια από τα Πηγάδια του Ντουμάι κι έπειτα. Τα φρύδια του Τζόναν είχαν γείρει τόσο πολύ ώστε έμοιαζαν να ακουμπάνε στα μάγουλά του. Αν μη τι άλλο, κανείς δεν είχε κολλήσει το σαϊντίν ξανά. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.

Έκανε να πάει προς τη μεριά των τριών αντρών, αλλά προτίμησε να μιλήσει φωναχτά για να τον ακούσουν όλοι. «Αφού μπορώ εγώ να τα βγάλω πέρα με την ανοησία των Κορών, μπορείτε κι εσείς».

Το χρώμα στο πρόσωπο του Έμπεν βάθυνε κι ο Τζόναν μούγκρισε. Χαιρέτησαν κι οι τρεις τους τον Ραντ, φέρνοντας τη γροθιά πάνω στο στήθος τους, κι έπειτα έστρεψαν την προσοχή τους ο ένας στον άλλο. Ο Τζόναν κάτι είπε χαμηλόφωνα, ρίχνοντας μια ματιά στις Κόρες, κι ο Φέντγουιν με τον Έμπεν γέλασαν. Την πρώτη φορά που είδαν τις Κόρες, αμφιταλαντεύονταν ανάμεσα στην επιθυμία να μείνουν να κοιτάνε με ανοικτό το στόμα αυτά τα εξωτικά πλάσματα για τα οποία μόνο στα βιβλία είχαν διαβάσει και στο να το βάλουν στα πόδια προτού έρθουν οι φονικοί Αελίτες των ιστοριών. Τίποτα άλλο δεν τους τρομοκρατούσε πια. Έπρεπε να μάθουν ξανά τι εστί φόβος.

Οι Κόρες έριξαν μια ματιά στον Ραντ κι εφάρμοσαν τη γλώσσα των χεριών, γελώντας απαλά πού και πού. Μπορεί να ήταν ιδιαίτερα επιφυλακτικές απέναντι στους Άσα'μαν αλλά -όπως κι οι Αελίτες- έπαιρναν το ρίσκο να σαρκάσουν κάτι που τους φαινόταν αστείο. Η Σομάρα, με φωνή ψιθυριστή αλλά ακουστή ωστόσο, ανέφερε κάτι για την Αβιέντα που τον είχε στρώσει για τα καλά, κι οι υπόλοιπες συγκατένευσαν, εγκρίνοντας το σχόλιό της. Κανενός η ζωή δεν ήταν τόσο ανακατεμένη στις ιστορίες.

Με το που επέστρεψε η Νερίλια για να αναφέρει πως είχε βρει τον Ντάβραμ Μπασίρε και τον Μπάελ, τον αρχηγό της φυλής που ηγείτο των Αελιτών εδώ, στο Κάεμλυν, ο Ραντ έβγαλε τη ζώνη του ξίφους του και το ίδιο έκανε κι ο Φέντγουιν. Η Τζαλάνι έβγαλε έναν μεγάλο, πέτσινο σάκο για τα ξίφη και το Σκήπτρο του Δράκοντα. Τον κράτησε με έναν τρόπο λες και τα ξίφη ήταν δηλητηριώδη φίδια ή κάτι νεκρό και σάπιο από καιρό. Ούτως ή άλλως, δεν θα τον κράταγε και πολύ προσεκτικά. Ο Ραντ φόρεσε έναν μανδύα με κουκούλα που του έδωσε η Κοράνα, έβαλε τα χέρια πίσω από την πλάτη κι η Σούλιν τού τα έδεσε σφιχτά με ένα σχοινί, μουρμουρίζοντας κάτι που μόνο η ίδια άκουγε.