Выбрать главу

«Αυτά είναι ανοησίες ακόμα και για υδροβίους».

Προσπάθησε να μη μορφάσει. Η γυναίκα ήταν δυνατή και χρησιμοποιούσε τη δύναμή της στο έπακρο. «Μας ξέφυγες κάμποσες φορές, Ραντ αλ'Θόρ. Δεν προσέχεις καθόλου τον εαυτό σου». Τον θεωρούσε συνομήλικο αδελφό, ανεύθυνο μερικές φορές. «Η Φαρ Ντάραϊς Μάι σού κάνει την τιμή κι εσύ δεν νοιάζεσαι καθόλου».

Ο Φέντγουιν στραβοκοίταξε την Κόρη που του έδενε τα χέρια, παρ' όλο που αυτήν δεν είχε βάλει όλη της τη δύναμη. Ο Τζόναν με τον Έμπερ παρακολουθούσαν βλοσυροί. Όπως και στη Σούλιν, δεν ενέκριναν αυτό το σχέδιο και το καταλάβαιναν ακόμα λιγότερο. Ο Αναγεννημένος Δράκοντας δεν χρειαζόταν να εξηγήσει τις ενέργειές του, κάτι που σπάνια έκανε ως Καρ'α'κάρν. Ωστόσο, κανείς δεν είπε τίποτα. Ένα όπλο ποτέ δεν διαμαρτύρεται.

Όταν η Σούλιν στάθηκε μπροστά στον Ραντ κι έριξε μια ματιά στο πρόσωπό του, της κόπηκε η ανάσα. «Τι σου έκαναν», είπε απαλά κι έκανε να πιάσει το μαχαίρι με τη βαριά λάμα που είχε περασμένο στο ζωνάρι της. Το μήκος του ατσαλιού ήταν πάνω από ένα πόδι κι έμοιαζε περισσότερο με κοντόσπαθο, αν και μονάχα ένας βλάκας θα μαρτυρούσε κάτι τέτοιο σε Αελίτη.

«Τράβα την κουκούλα», της είπε άγρια ο Ραντ. «Το σκεπτικό είναι να μη με αναγνωρίσει κανείς μέχρι να φθάσω στον Μπάελ και τον Μπασίρε». Η γυναίκα κοντοστάθηκε, κοιτώντας τον στα μάτια. «Τράβα την, είπα», γρύλισε ο Ραντ. Η Σούλιν ήταν ικανή να σκοτώσει τους περισσότερους άντρες με γυμνά χέρια, αλλά τα δάχτυλά της ήταν απαλά καθώς τοποθετούσε την κουκούλα στο πρόσωπο του Ραντ.

Γελώντας, η Τζαλάνι του την κατέβασε πάνω από τα μάτια. «Τώρα είναι σίγουρο πως δεν θα σε αναγνωρίσει κανείς, Ραντ αλ'Θορ. Πρέπει να μας αφήσεις να σε οδηγήσουμε». Κάμποσες Κόρες γέλασαν.

Έγινε άκαμπτος και μόλις που απέφυγε να καταληφθεί από το σαϊντίν. Ο Λουζ Θέριν γρύλιζε και φλυαρούσε ασυναρτησίες. Ο Ραντ πάσχισε να ανασάνει κανονικά. Το σκοτάδι δεν ήταν πλήρες. Διέκρινε το φως του φεγγαριού από την άκρη της κουκούλας. Ακόμα κι έτσι όμως, σκόνταψε όταν η Σούλιν με την Ενάιλα τον πήραν από το χέρι για να τον οδηγήσουν.

«Νόμιζα ότι ήσουνα αρκετά μεγάλος για να περπατάς κάπως καλύτερα», μουρμούρισε η Ενάιλα με ειρωνική έκπληξη. Το χέρι της Σούλιν κινήθηκε και του πήρε λίγη ώρα προτού καταλάβει ότι του χάιδευε το μπράτσο.

Το μόνο που διέκρινε ήταν ό,τι βρισκόταν ακριβώς μπροστά του, οι φεγγαροφωτισμένες πλάκες της αυλής, τα πέτρινα σκαλοπάτια και το μαρμάρινο δάπεδο στο φως των φανών, στρωμένο σε μερικά σημεία με χαλιά. Ζόριζε τη ματιά του μόλις αντιλαμβανόταν μια σκιά να κινείται κι ανίχνευσε για ενδείξεις της παρουσίας του σαϊντίν, ή κάτι ακόμα χειρότερου όπως το τσίτωμα που θα υποδείκνυε μια γυναίκα με σαϊντάρ. Έτσι τυφλός που ήταν μπορεί να μην αντιλαμβανόταν μια επίθεση παρά όταν θα ήταν πολύ αργά. Άκουγε τους συριστικούς θορύβους που έκαναν τα πόδια των υπηρετών, καθώς έτρεχαν να προλάβουν τις νυχτερινές αγγαρείες, αλλά κανείς δεν τολμούσε να ενοχλήσει πέντε Κόρες που συνόδευαν δύο κουκουλοφόρους αιχμαλώτους. Με τον Μπάελ και τον Μπασίρε να ζουν σε αυτό το παλάτι και τους άντρες τους να αστυνομεύουν το Κάεμλυν, αυτοί εδώ οι διάδρομοι σίγουρα θα είχαν δει και πιο παράξενα θεάματα. Ήταν σαν να διασχίζει λαβύρινθο. Βέβαια, από τότε που έφυγε από το Πεδίο του Έμοντ, είχε διασχίσει κάμποσους λαβύρινθους, ακόμα κι αν πίστευε πως μπροστά του ξανοιγόταν ευθύ μονοπάτι.

Άραγε, θα αναγνώριζα ένα ίσιο μονοπάτι αν το έβλεπα; αναρωτήθηκε. Ή μήπως, από συνήθεια, θα νόμιζα πως είναι παγίδα;

Δεν υπάρχουν ίσια μονοπάτια. Μονάχα λάκκοι, παγίδες και σκοτάδι. Ο γρυλισμός του Λουζ Θέριν ακουγόταν σκυλίσιος κι απεγνωσμένος. Έτσι ακριβώς ένιωθε κι ο Ραντ.

Όταν η Σούλιν τους οδήγησε τελικά σε ένα δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα, ο Ραντ τίναξε το κεφάλι του βίαια για να βγάλει από πάνω του την κουκούλα και κοίταξε τριγύρω. Σίγουρα περίμενε να δει τον Μπάελ και τον Ντάβραμ αλλά όχι και τη σύζυγο του Ντάβραμ, την Ντέιρα, ούτε και τη Μελαίν με την Ντορίντα.

«Σε βλέπω, Καρ'α'κάρν». Ο Μπάελ, ο ψηλότερος άντρας που είχε αντικρίσει ποτέ ο Ραντ, καθόταν σταυροπόδι στις λευκοπράσινες πλάκες του πατώματος, ντυμένος με το κάντιν'σόρ. Απέπνεε μια ατμόσφαιρα ηρεμίας, αλλά ταυτόχρονα έδινε την εντύπωση πως ήταν έτοιμος να ξεπεταχτεί μέχρι να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου. Ο αρχηγός φυλής του Γκόσιεν Άελ δεν ήταν νέος, όπως και κανένας άλλος αρχηγός φυλής, και τα σκουροκόκκινα μαλλιά του είχαν γκριζάρει σε μερικά σημεία, αλλά όποιος πίστευε πως η ηλικία τον είχε κάνει μαλθακό, τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. «Είθε να βρίσκεις πάντα νερό και σκιά. Συντάσσομαι υπέρ του Καρ'α'κάρν, μαζί με τις λόγχες μου».