Выбрать главу

«Οι σύζυγοι είναι μεγάλη παρηγοριά», είπε ο Μπάελ γελώντας, «με την προϋπόθεση πως ο άντρας δεν τους αποκαλύπτει και τόσα πολλά». Η Ντορίντα, χαμογελώντας, πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του και, για μια στιγμή, άρπαξε δυνατά μια τούφα, λες κι ήθελε να του ξεριζώσει το κεφάλι. Ο Μπάελ μούγκρισε, κι η αιτία δεν ήταν μονάχα τα δάχτυλα της Ντορίντα. Η Μελαίν σκούπισε το μικρό εγχειρίδιο του ζωστήρα στον βαρύ της ποδόγυρο και το θηκάρωσε. Οι δύο γυναίκες αντάλλαξαν χαμόγελα πάνω από το κεφάλι του ενώ αυτός έτριβε τον ώμο του, όπου μια μικρή κηλίδα αίματος λέρωνε το καντιν'σόρ του. Η Ντέιρα ένευσε συλλογισμένη. Φαίνεται πως, ξαφνικά, της είχε έρθει μια ιδέα.

«Ποια γυναίκα θα μπορούσα να μισήσω τόσο πολύ, ώστε να την παντρέψω με τον Αναγεννημένο Δράκοντα;» ρώτησε ψυχρά ο Ραντ. Η σιωπή που ακολούθησε έμοιαζε τόσο συμπαγής σαν να μπορούσες να την αγγίξεις.

Προσπάθησε να συγκρατήσει τον θυμό του. Έπρεπε να το περιμένει αυτό. Η Μελαίν δεν ήταν μια απλή Σοφή αλλά και μια ονειροβάτισσα, όπως η Άμυς κι η Μπάιρ. Ανάμεσα στ' άλλα, είχαν την ικανότητα να μιλούν στα όνειρά τους, τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλους ανθρώπους. Χρήσιμο ταλέντο, αν και μόνο μια φορά το είχαν χρησιμοποιήσει για τον ίδιο. Ήταν δουλειά των Σοφών. Δεν ήταν να απορεί κανείς που η Μελαίν βρισκόταν πάντα ένα βήμα μπροστά, όπως και για το ότι είχε μιλήσει για όλα στην Ντορίντα, ανεξάρτητα από το αν οι δουλειές αυτές αφορούσαν στις Σοφές ή όχι. Οι δύο γυναίκες ήταν καλές φίλες κι αδελφές ταυτόχρονα. Από τη στιγμή που η Μελαίν μίλησε στον Μπάελ σχετικά με την απαγωγή, ήταν σίγουρο πως θα το μάθαινε κι ο Μπασίρε. Το να περιμένει από τον Μπασίρε να το κρατήσει μυστικό από τη γυναίκα του ήταν σαν να περιμένει να μην της αποκαλύψει ότι το σπίτι τους έπιασε φωτιά. Λίγο-λίγο, η οργή καταλάγιασε.

«Κατέφθασε η Ηλαίην;». Προσπάθησε να κάνει τον τόνο της φωνής του αδιάφορο, αλλά δεν τα κατάφερε. Τέλος πάντων. Υπήρχαν λόγοι, γνωστοί σε όλους, για να ανησυχεί. Το Άντορ μπορεί να μην ήταν τόσο αναστατωμένο όσο η Καιρχίν, αλλά ο γρηγορότερος τρόπος -ίσως κι ο μόνος- να ηρεμήσουν κι οι δύο περιοχές ήταν να ανέβει η Ηλαίην στον θρόνο.

«Όχι ακόμα». Ο Μπασίρε ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Στον Βορρά, όμως, κυκλοφορούν ιστορίες ότι οι Άες Σεντάι μάζεψαν στρατό στο Μουράντυ, ίσως και στην Αλτάρα. Ίσως να πρόκειται για τον Ματ και την Ομάδα του Κόκκινου Χεριού, μαζί με την Κόρη-Διάδοχο και τις αδελφές που το έσκασαν από τον Πύργο μόλις εκθρονίστηκε η Σιουάν Σάντσε».

Ο Ραντ έτριψε τους καρπούς του στο σημείο που τους είχαν γδάρει τα σχοινιά. Όλες αυτές οι ασυναρτησίες περί «αιχμαλωσίας» αφορούσαν στην πιθανότητα να βρίσκεται ήδη εδώ η Ηλαίην. Η Ηλαίην κι η Αβιέντα. Θα μπορούσε να έρθει και να φύγει χωρίς οι δυο τους να μάθουν τίποτα. Ίσως να έβρισκε τρόπο να μάθει κρυφά μερικά πράγματα. Ίσως... Αναμφίβολα, ενεργούσε βλακωδώς.

«Σκοπεύεις να επιβάλεις σ' αυτές τις αδελφές να ορκιστούν πίστη σε σένα;» Ο τόνος της φωνής της Ντέιρα ήταν παγερός, όπως και τα χαρακτηριστικά της. Δεν τον συμπαθούσε. Από τη δική της σκοπιά, ο άντρας της ακολουθούσε έναν δρόμο στο τέλος του οποίου υπήρχε το κεφάλι του παλουκωμένο πάνω από την πύλη της Ταρ Βάλον και με τον Ραντ να βασιλεύει. «Ο Λευκός Πύργος δεν θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια σε αυτόν τον καταναγκασμό που επιβάλλεις στις Άες Σεντάι».

Ο Ραντ έκανε μια μικρή υπόκλιση χωρίς να νοιάζεται καθόλου κατά πόσον η γυναίκα την εξέλαβε σαν ειρωνεία. Η Ντέιρα νι Γκαλίν τ' Μπασίρε δεν τον αποκάλεσε ποτέ με κάποιον τίτλο, ούτε καν με το όνομά του. Θα μπορούσε εξίσου να μιλάει με έναν λακέ, και μάλιστα όχι ιδιαίτερα έξυπνο ή έμπιστο. «Αν επιλέξουν να ορκιστούν, θα αποδεχτώ τον όρκο τους. Αμφιβάλλω αν οι περισσότερες ανυπομονούν να επιστρέψουν στην Ταρ Βάλον. Αν η επιλογή τους είναι διαφορετική, είναι ελεύθερες να ακολουθήσουν τον δρόμο τους, με την προϋπόθεση πως δεν θα μου σταθούν εμπόδιο».

«Ο Λευκός Πύργος, όμως, σου έχει εναντιωθεί», είπε ο Μπάελ, γέρνοντας μπροστά κι ακουμπώντας τις γροθιές του πάνω στα γόνατά του. Τα γαλάζια του μάτια έκαναν τη φωνή της Ντέιρα να μοιάζει θερμή. «Ο εχθρός που θα παρουσιαστεί μια φορά, θα παρουσιαστεί ξανά. Εκτός κι αν αναχαιτιστεί. Τα δόρατά μου είναι έτοιμα να ακολουθήσουν τον Καρ'α'κάρν όπου κι αν πάει». Η Μελαίν, όπως ήταν φυσικό, συγκατένευσε. Ήταν φανερό πως επιθυμούσε κάθε Άες Σεντάι γονατιστή μπροστά στους φρουρούς, αν όχι δεμένη χειροπόδαρα. Η Ντορίντα, όμως, συγκατένευσε κι αυτή, όπως κι η Σούλιν, ενώ ο Μπασίρε σκάλιζε σκεφτικός τα μουστάκια του. Ο Ραντ δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει.

«Δεν νομίζεις πως αρκετές σκοτούρες έχω και χωρίς να χρειαστεί να κηρύξω τον πόλεμο στον Λευκό Πύργο; Η Ελάιντα με έπιασε από το λαιμό κι έφαγε τα μούτρα της». Το έδαφος ανατινάχτηκε από φωτιά και διαλυμένες σάρκες. Τα κοράκια και τ' αρπακτικά έκαναν τσιμπούσι. Πόσοι σκοτώθηκαν, άραγε; «Αν είναι αρκετά σώφρων να σταματήσει εδώ, το ίδιο θα κάνω κι εγώ». Όσο, τουλάχιστον, δεν του ζητούσαν να της δείξει εμπιστοσύνη. Το κιβώτιο. Κουνούσε το κεφάλι του, συνειδητοποιώντας απόμακρα πως ο Λουζ Θέριν βογκούσε και μούγκριζε για το σκοτάδι και τη δίψα. Θα μπορούσε να το αγνοήσει, έτσι έπρεπε άλλωστε, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα ξεχνούσε ούτε και θα εμπιστευόταν κανέναν.