«Δεν εννοούσα αυτό», είπε αργά ο Ραντ. Κάθισε σε ένα κάθισμα απέναντι από τον Μπασίρε, σφίγγοντας τα σκαλισμένα μπράτσα μέχρι που οι αρθρώσεις του άσπρισαν. Οι Άες Σεντάι βρίσκονταν εδώ, όπως και στην Καιρχίν. Τυχαίο ήταν; Ο Λουζ Θέριν παραληρούσε για τον θάνατο και την προδοσία, σαν κεραυνός στην άκρη του ορίζοντα. Έπρεπε να προειδοποιήσει τον Τάιμ. Όχι τόσο για τις Άες Σεντάι στον Ασημένιο Κύκνο -κάτι που ο Τάιμ θα ήξερε σίγουρα, παρεμπιπτόντως γιατί δεν το ανέφερε;- όσο για το ότι έπρεπε να κρατηθεί μακριά από δαύτες, αυτός κι οι Άσα'μαν. Αν τα Πηγάδια του Ντουμάι σηματοδοτούσαν το τέλος, η καινούργια αρχή δεν θα γινόταν εδώ. Πολλά πράγματα έμοιαζαν εκτός ελέγχου. Όσο περισσότερο προσπαθούσε να τα συμμαζέψει, τόσο αυτά τού ξέφευγαν. Αργά ή γρήγορα, όλα θα κατέρρεαν. Η σκέψη και μόνο τού ξέρανε τον λαιμό. Ο Θομ Μέριλιν τον είχε μάθει να κρίνει σωστά, αλλά ποτέ δεν ήταν καλός σ' αυτό. Τώρα όμως, έπρεπε να γίνει. Ευχήθηκε να είχε κάτι να βρέξει τον λαιμό του.
Δεν αντιλήφθηκε αμέσως πως είχε εκφράσει μεγαλόφωνα αυτή την τελευταία σκέψη, μέχρι που η Τζαλάνι σηκώθηκε όρθια και, διασχίζοντας το δωμάτιο, κατευθύνθηκε προς μια ψηλή ασημένια κανάτα, ακουμπισμένη σε ένα μικρό τραπέζι. Γέμισε μια σφυρηλατημένη κούπα από το ίδιο υλικό και την έφερε στον Ραντ χαμογελώντας. Καθώς του την έδινε, άνοιξε το στόμα της, σαν για να πει κάτι. Περίμενε να του μιλήσει κάπως ανάγωγα, αλλά η έκφραση του προσώπου της άλλαξε. Το μόνο που είπε η κοπέλα ήταν «Καρ'α'κάρν», και κατόπιν πήγε πίσω μαζί με τις υπόλοιπες Κόρες. Έμοιαζε τόσο αξιοπρεπής ώστε θα έλεγε κανείς πως μιμείτο την Ντορίντα, ίσως και την Ντέιρα ακόμα. Η Σομάρα έκανε μια κίνηση χρησιμοποιώντας τη χειρομιλία και ξαφνικά όλες οι Κόρες κοκκίνισαν κι άρχισαν να δαγκώνουν τα χείλη τους σε μια προσπάθεια να μη σκάσουν στα γέλια. Όλες εκτός από την Τζαλάνι, η οποία είχε απλώς κοκκινίσει.
Το ποντς είχε τη γεύση δαμάσκηνου κι ο Ραντ θυμήθηκε την εποχή που ήταν παιδί και σκαρφάλωνε στους δενδρόκηπους, από την άλλη μεριά του ποταμού, για να κόψει τα γλυκά δαμάσκηνα... Έγειρε πίσω το κεφάλι του κι ήπιε το ρόφημα μονορούφι. Στους Δύο Ποταμούς υπήρχαν δαμασκηνιές αλλά όχι δενδρόκηποι, οι οποίοι σπάνιζαν πλέον στις όχθες οποιουδήποτε ποταμού. Κράτα τις καταραμένες αναμνήσεις για τον εαυτό σον, γρύλισε προς τον Λουζ Θέριν. Ο άντρας μέσα στο κεφάλι του χαχάνισε νευρικά.
Ο Μπασίρε κοίταξε βλοσυρός τις Κόρες, έριξε μια ματιά στον Μπάελ και στις συζύγους του, ανέκφραστες σαν πέτρες, και κούνησε το κεφάλι του. Δεν τα πήγαινε άσχημα με τον Μπάελ, αλλά γενικά οι Αελίτες τού προκαλούσαν αμηχανία. «Καλά, αφού κανείς δεν μου προσφέρει ποτό», είπε. Σηκώθηκε και πήγε να αυτοεξυπηρετηθεί. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά, υγραίνοντας τα βαριά του μουστάκια. «Δροσιστικό. Ο τρόπος κατάταξης που χρησιμοποιεί ο Τάιμ φαίνεται πως περιλαμβάνει κι όποιον προτίθεται να ακολουθήσει τον Αναγεννημένο Δράκοντα. Μου παραχώρησε άφθονο στρατό, άντρες που στερούνται αυτό που χρειάζονται οι δικοί σας, οι Άσα’μαν. Όλοι περιγράφουν εντυπωσιασμένοι το πέρασμα μέσα από τις τρύπες του αέρα, αλλά κανείς τους δεν βρέθηκε ποτέ κοντά στον Μαύρο Πύργο. Μοιράζομαι τις σκέψεις του νεαρού Ματ».
Ο Ραντ έκανε μια αδιάφορη κίνηση με το άδειο του κύπελλο. «Μίλησέ μου για την Ντυέλιν». Η Ντυέλιν του Οίκου Τάραβιν ήταν η αμέσως επόμενη στη σειρά για τον θρόνο, σε περίπτωση που πάθαινε κάτι η Ηλαίην, αλλά της είχε πει πως θα έφερνε την Ηλαίην στο Κάεμλυν. «Αν νομίζει πως μπορεί να καταλάβει τον Θρόνο του Λιονταριού, θα της βρω κι αυτής μια φάρμα».
«Να καταλάβει τον θρόνο;» είπε δύσπιστα η Ντέιρα, κι ο σύζυγος της γέλασε ηχηρά.
«Οι τρόποι των υδροβίων μού είναι σχεδόν ακατανόητοι», είπε ο Μπάελ, «αλλά δεν νομίζω να έχει κάνει κάτι τέτοιο».
«Τουναντίον». Ο Ντάβραμ έφερε την κανάτα για να ξαναγεμίσει με ποντς την κούπα του Ραντ. «Κάποιοι ελάσσονες άρχοντες κι αρχόντισσες που πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να έχουν την εύνοιά της, διακήρυξαν υπέρ της στο Αρινγκίλ. Η Αρχόντισσα Ντυέλιν κινείται γοργά. Μέσα σε τέσσερις μέρες κρέμασε τους δύο ηγέτες, με την κατηγορία της προδοσίας απέναντι στην Κόρη-Διάδοχο Ηλαίην και διέταξε να μαστιγωθούν άλλοι είκοσι». Κακάρισε, εγκρίνοντας τις ενέργειές της, ενώ η γυναίκα του ρουθούνισε περιφρονητικά. Αν ήταν στο χέρι της, θα γέμιζε τον τόπο με αγχόνες από το Αρινγκίλ μέχρι το Κάεμλυν.
«Τότε, τι είναι όλα αυτά που ακούστηκαν ότι κυβερνά το Άντορ;» ρώτησε ο Ραντ απαιτητικά. «Κι ότι φυλάκισε την Ελένια και τη Νάεαν;»