«Πρόκειται για αυτές που σφετερίστηκαν τον θρόνο», απάντησε η Ντέιρα, με τα σκοτεινά της μάτια να γυαλίζουν γεμάτα οργή.
Ο Μπασίρε ένευσε. Ήταν αρκετά πιο ήρεμος τώρα. «Μόλις πριν από τρεις μέρες, όταν έφθασε η είδηση της στέψης της Κολαβήρ, οι φήμες από την Καιρχίν ότι κατευθυνόσουν στην Ταρ Βάλον έμοιαζαν πιο αληθοφανείς. Με το εμπόριο να ξαναζωντανεύει, τα περιστέρια στον ουρανό ανάμεσα στην Καιρχίν και το Κάεμλυν πύκνωσαν τόσο πολύ ώστε θα μπορούσες να περπατήσεις στις ράχες τους». Απίθωσε την κανάτα και γύρισε πίσω, στο κάθισμά του. «Η Νάεαν διεκδίκησε τον Θρόνο του Λιονταριού το πρωί, η Ελένια πριν από το μεσημέρι και, γύρω στο δειλινό, η Ντυέλιν, ο Πέλιβαρ και ο Λούαν συνέλαβαν και τις δύο. Το επόμενο πρωινό παραχώρησαν την Αντιβασιλεία στην Ντυέλιν, στο όνομα της Ηλαίην, μέχρι την επιστροφή της τελευταίας. Οι περισσότεροι Οίκοι του Άντορ δήλωσαν υποστήριξη στην Ντυέλιν. Πιστεύω πως μερικοί θα ήθελαν να τη δουν στον θρόνο, αλλά το Αρινγκίλ αναγκάζει ακόμα και τους ισχυρότερους να προσέχουν τα λόγια τους». Κλείνοντας το ένα του μάτι, ο Μπασίρε έδειξε τον Ραντ. «Εσένα δεν σε αναφέρουν καθόλου. Αν αυτό είναι καλό ή κακό, μόνο κάποιο σοφότερο κεφάλι από το δικό μου μπορεί να το κρίνει».
Η Ντέιρα τού χάρισε ένα ψυχρό χαμόγελο, κοιτώντας τον κάπως ψηλομύτικα. «Αυτοί οι... χαμερπείς... Τους επέστρεψες να κάνουν ελεύθερη χρήση του παλατιού κι αυτοί φαίνεται πως το έσκασαν από την πόλη. Οι φήμες λένε πως μερικοί έφυγαν ακόμα κι από το ίδιο το Άντορ. Θα έπρεπε να ξέρεις, μια κι αυτοί ήταν πίσω από τις πράξεις της Ελένια ή της Νάεαν».
Ο Ραντ τοποθέτησε προσεκτικά τη γεμάτη του κούπα στο δάπεδο, δίπλα στο κάθισμα. Είχε επιτρέψει να παραμείνουν ο Λιρ, η Αρυμίλα κι οι υπόλοιποι σε μια προσπάθεια να αναγκάσει την Ντυέλιν κι όσους την υποστήριζαν να συνεργαστούν μαζί του. Δεν έπρεπε να αφήσουν το Άντορ σε κάποιον σαν τον Άρχοντα Λιρ. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου και με την επιστροφή της Ηλαίην, τα πράγματα θα έστρωναν. Προς το παρόν πάντως, όλα έμοιαζαν να κινούνται με γοργούς ρυθμούς, να ξεγλιστρούν μέσα από τα δάχτυλά του, αν κι υπήρχαν μερικά πράγματα που μπορούσε ακόμα να ελέγξει.
«Ο Φέντγουιν, από δω, είναι Άσα'μαν», είπε. «Μπορεί να επικοινωνήσει μαζί μου στην Καιρχίν, αν χρειαστεί». Έριξε ένα άγριο βλέμμα στη Μελαίν, η οποία του αντιγύρισε μια μειλίχια ματιά. Η Ντέιρα κοιτούσε τον Φέντγουιν σαν να έβλεπε έναν ψόφιο αρουραίο που είχε πετάξει στο χαλάκι της ένα σκυλί. Ο Ντάβραμ με τον Μπάελ φαίνονταν πιο σκεπτικοί κι ο Φέντγουιν πάσχισε να κορδωθεί κάτω από την εξεταστική τους ματιά. «Μην πείτε σε κανέναν ποιος είναι», συνέχισε ο Ραντ. «Σε κανέναν. Γι’ αυτό δεν φοράει μαύρα. Απόψε, θα πάρω άλλους δύο στον Άρχοντα Σεμάραντρεντ και στον Υψηλό Άρχοντα Γουίραμον. Θα τους χρειαστούν όταν θα αντιμετωπίσουν τον Σαμαήλ στους Λόφους του Ντόιρλον. Μου φαίνεται πως η Καιρχίν θα με απασχολήσει λίγο ακόμα». Ίσως και το Άντορ.
«Αυτό σημαίνει πως, επιτέλους, θα εξαπολύσεις τις λόγχες;» ρώτησε ο Μπάελ. «Θα δώσεις τη διαταγή απόψε;»
Ο Ραντ ένευσε καταφατικά κι ο Μπασίρε άφησε ένα ηχηρό γέλιο. «Ε, αυτό σηκώνει κρασί. Θα σήκωνε, δηλαδή, αν δεν ήταν τόσο ζεστό που να μετατρέπει το αίμα σε χυλό». Το γέλιο μετατράπηκε σε γκριμάτσα. «Που να πάρει, μακάρι να μπορούσα να παρευρίσκομαι εκεί. Πάντως, δεν είναι κι ευκαταφρόνητη η προσπάθεια να κρατήσεις το Κάεμλυν για λογαριασμό του Αναγεννημένου Δράκοντα».
«Πάντα θέλεις να είσαι παρών όταν τα ξίφη γυμνώνονται, άντρα μου». Η Ντέιρα ακουγόταν αρκετά τρυφερή.
«Το πέμπτο», είπε ο Μπάελ. «Θα επιτρέψεις το πέμπτο στο Ιλιαν όταν πέσει ο Σαμαήλ;» Το Αελίτικο έθιμο επέτρεπε να παίρνουν το ένα πέμπτο των λαφύρων με τη βία και τη χρήση όπλων, αλλά ο Ραντ το είχε απαγορέψει εδώ, στο Κάεμλυν. Του ήταν αδύνατον να παραδώσει στην Ηλαίην μια τόσο λεηλατημένη πόλη.
«Θα έχουν το πέμπτο», απάντησε ο Ραντ, αλλά το μυαλό του δεν το απασχολούσε ούτε ο Σαμαήλ ούτε το Ίλιαν. Φέρε την Ηλαίην το γρηγορότερο, Ματ. Η σκέψη τριβέλιζε το κεφάλι του, παρέα με το κακάρισμα του Λουζ Θέριν. Φέρ' τη γρήγορα, προτού το Άντορ κι η Καιρχίν ανατιναχτούν μπροστά στα μάτια μου.
8
Το Πιόνι
«Εδώ πρέπει να κάνουμε στάση αύριο». Η Εγκουέν μετακινήθηκε προσεκτικά στο αναδιπλωμένο κάθισμα. Μερικές φορές είχε την τάση να αναδιπλώνεται μόνο του. «Ο Άρχοντας Μπράυν λέει πως τα τρόφιμα του στρατού θα τελειώσουν σύντομα, όπως και τα περισσότερα πράγματα στον καταυλισμό μας».
Δύο κοντόχοντρα κεριά έκαιγαν μπροστά της, πάνω στο ξύλινο τραπέζι, το οποίο ήταν κι αυτό λυόμενο για ευκολότερο πακετάρισμα αλλά πιο σταθερό από το κάθισμα. Τα κεριά, μέσα στη σκηνή που χρησίμευε ως μελετητήριο, τροφοδοτούνταν από έναν φανό λαδιού που κρεμόταν από το ψηλότερο μέρος της κεντρικής δοκού. Το κιτρινωπό χλωμό φως τρεμόσβηνε, κάνοντας τις αμυδρές σκιές να χορεύουν πάνω στους μπαλωμένους τοίχους από καραβόπανο. Ο γύρω χώρος δεν είχε την παραμικρή σχέση με τη μεγαλοπρέπεια του αναγνωστηρίου της Άμερλιν, στον Λευκό Πύργο, αλλά αυτό δεν την απασχολούσε ιδιαίτερα. Η αλήθεια ήταν πως κι η ίδια απείχε πολύ από το συνηθισμένο μεγαλείο το οποίο συνοδεύει συνήθως την Έδρα της Άμερλιν. Ήξερε πολύ καλά πως το επιτραχήλιο με τις εφτά ραβδώσεις στους ώμους της ήταν ο μόνος λόγος που κάποιος ξένος θα πίστευε πως όντως αυτή η γυναίκα ήταν η Άμερλιν. Εκτός κι αν το θεωρούσε κάποιο είδος εξαιρετικά ανόητου αστείου. Περίεργα πράγματα είχαν συμβεί στην ιστορία του Λευκού Πύργου -η Σιουάν τής είχε αναφέρει μερικές απόκρυφες λεπτομέρειες- και το πιο περίεργο απ' όλα ήταν η ίδια.