«Τέσσερις-πέντε μέρες θα ήταν καλύτερα», μονολόγησε η Σέριαμ εξετάζοντας τη στοίβα με τα χαρτιά στα γόνατά της. Ελαφρώς στρουμπουλή, με τα ψηλά ζυγωματικά και τα λοξά, πράσινα μάτια και με τη σκουροπράσινη στολή ιππασίας, κατάφερνε να δείχνει καλαίσθητη κι επιβλητική, παρά το ότι κουκούβιζε στο ένα από τα δύο πιο επισφαλή σκαμνιά μπροστά στο τραπέζι. Αν άλλαζε το στενό, μπλε επώμιο της Τηρήτριας των Χρονικών με το επιτραχήλιο της Άμερλιν, κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι δεν της ανήκε δικαιωματικά. Μερικές φορές ακόμα κι η ίδια πίστευε πως ήταν τυλιγμένο γύρω από τους δικούς της ώμους. «Ίσως και πιο πολλές. Δεν βλάπτει να ανανεώσουμε τις προμήθειές μας».
Η Σιουάν, ανεβασμένη στο άλλο ετοιμόρροπο σκαμνί, κούνησε αδιόρατα το κεφάλι της, αλλά η Εγκουέν δεν χρειαζόταν τον υπαινιγμό. «Μία μέρα». Μπορεί να ήταν δεκαοκτώ και να υπολειπόταν της λαμπρότητας μιας αληθινής Άμερλιν, αλλά χαζή δεν ήταν. Κάμποσες αδελφές έψαχναν να βρουν δικαιολογίες για ανάπαυση -και κάμποσες Κλώσες, επίσης- κι, αν σταματούσαν για αρκετό χρονικό διάστημα, ήταν αδύνατον να τις ξεκουνήσεις. Η Σέριαμ άνοιξε το στόμα της.
«Μία, Κόρη», είπε η Εγκουέν σταθερά. Ό,τι και να έλεγε η Σέριαμ, το γεγονός παρέμενε πως αυτή, η Σέριαμ Μπάγιαναρ, ήταν η Τηρήτρια, ενώ η Εγκουέν αλ'Βέρ η Άμερλιν, κι αυτό καλά θα έκανε να το συνειδητοποιήσει, όπως επίσης κι η Αίθουσα του Πύργου, αν κι εκεί τα πράγματα ήταν χειρότερα. Ήθελε να γρυλίσει, να ξεσπάσει κάπου, αλλά έπειτα από ενάμιση σχεδόν μήνα είχε μάθει να μιλάει ήπια και να παρουσιάζει ένα ήρεμο πρόσωπο ακόμα και σε προκλήσεις μεγαλύτερες από αυτή. «Αν μείνουμε κι άλλο, η επαρχία θα λεηλατηθεί εντελώς. Δεν σκοπεύω να αφήσω τους ανθρώπους να λιμοκτονήσουν. Αλλά, κι από πρακτική άποψη, αν τους πάρουμε πολλά, ακόμα κι αν τους πληρώσουμε, θα μας δημιουργήσουν δεκάδες προβλήματα».
«Επιδρομές στις αγέλες και στα κοπάδια και κλοπές στις άμαξες προμηθειών», μουρμούρισε η Σιουάν, κοιτώντας συλλογισμένη τον χωρισμένο γκρίζο ποδόγυρο της. Δεν κοιτούσε κανέναν συγκεκριμένα κι έμοιαζε να σκέφτεται μεγαλόφωνα. «Άντρες που τη νύχτα χτυπούν τους φρουρούς μας και βάζουν φωτιά σε ό,τι βρουν εύκαιρο. Άσχημες καταστάσεις. Οι πεινασμένοι γρήγορα φτάνουν στην απόγνωση». Λίγο πολύ, αυτοί ήταν κι οι λόγοι που είχε εξηγήσει στην Εγκουέν ο Άρχοντας Μπράυν, χρησιμοποιώντας σχεδόν τις ίδιες λέξεις.
Η γυναίκα με τα φλογάτα μαλλιά έριξε στη Σιουάν μια άγρια ματιά. Πολλές αδελφές τα έβρισκαν σκούρα με τη Σιουάν. Πιθανότατα, ήταν το πιο γνωστό πρόσωπο στον καταυλισμό, αρκετά νέο για να ταιριάζει με την ενδυμασία μιας Αποδεχθείσας ή μιας αρχάριας. Κι αυτό δεν ήταν παρά μια παρενέργεια του σιγανέματός της, αν κι ελάχιστοι το ήξεραν. Η Σιουάν δεν μπορούσε να κάνει ούτε βήμα χωρίς τα βλέμματα των αδελφών να στραφούν επάνω της. Αυτή, η πάλαι ποτέ Έδρα της Άμερλιν, εκθρονισμένη κι αποκομμένη από το σαϊντάρ, κι έπειτα Θεραπευμένη και με ανανεωμένες κάποιες ικανότητές της, όταν όλοι θεωρούσαν απίθανο να συμβεί κάτι τέτοιο. Αρκετές ήταν εκείνες που την καλωσόρισαν θερμά, που τη δέχτηκαν και πάλι σαν αδελφή ανάμεσά τους, χαρούμενες τόσο για την ίδια όσο και για το θαύμα που διατηρούσε ζωηρή την ελπίδα απέναντι σε αυτό που η κάθε Άες Σεντάι φοβόταν πιο πολύ κι από το θάνατο, αλλά υπήρξαν κι άλλες, περισσότερες ίσως, που επέδειξαν απέναντι της απλή ανοχή και χαλαρή ανεκτικότητα, κατηγορώντας την κατά βάθος για την παρούσα κατάστασή τους.
Η Σέριαμ ήταν ανάμεσα σ' αυτές που πίστευαν ότι η Σιουάν θα έπρεπε να συμβουλέψει τη νεαρή Άμερλιν για θέματα πρωτοκόλλου, αν κι όλες πίστευαν πως μισούσε κάτι τέτοιο, και να κρατάει το στόμα της κλειστό εκτός κι αν της απευθυνόταν ο λόγος. Σίγουρα ήταν υποβαθμισμένη, καθότι ούτε την Έδρα της Άμερλιν κατείχε πια, ούτε αρκετή Δύναμη διέθετε. Για μια Άες Σεντάι, αυτό δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα σκληρό. Το παρελθόν ήταν παρελθόν και το παρόν παρόν και σαν τέτοιο έπρεπε να γίνει αποδεκτό, αλλιώς προκαλούσε πόνο κι οδύνη. Σε γενικές γραμμές, οι Άες Σεντάι προσαρμόζονταν στις αλλαγές με αργούς ρυθμούς αλλά, από τη στιγμή της προσαρμογής κι ύστερα, τα πράγματα κυλούσαν σαν να ήταν έτσι ανέκαθεν.