Выбрать главу

«Μία μέρα, Μητέρα, όπως είπες», αναστέναξε η Σέριαμ, κάνοντας μια ελαφρά υπόκλιση. Η Εγκουέν ήξερε πως η κίνηση αυτή δεν υποδήλωνε τόσο υποταγή, όσο προσπαθούσε να καλύψει μια έκφραση δυσαρέσκειας για την επιμονή της. Θα μπορούσε να αποδεχτεί τη δυσαρέσκεια, αρκεί να συνοδευόταν από συγκατάθεση. Αυτό έπρεπε να κάνει προς το παρόν.

Η Σιουάν υποκλίθηκε κι αυτή, αλλά για να κρύψει ένα χαμόγελο. Οποιαδήποτε αδελφή θα μπορούσε να αναλάβει οποιαδήποτε θέση, αλλά η κοινωνική ιεραρχία ήταν μάλλον άκαμπτη κι η Σιουάν απείχε πια αρκετά από την κορυφή. Αυτός ήταν κι ένας από τους σοβαρότερους λόγους.

Αντίστοιχα χαρτιά με αυτά που ήταν ακουμπισμένα στα γόνατα της Σέριαμ υπήρχαν και στα γόνατα της Σιουάν καθώς και πάνω στο τραπέζι, μπροστά στην Εγκουέν. Ήταν αναφορές γύρω από τα πάντα, από τον αριθμό των κεριών και των τσουβαλιών με τα φασόλια που απέμεναν στον καταυλισμό, μέχρι την κατάσταση των αλόγων. Παρόμοιες αναφορές υπήρχαν και για το στρατό του Άρχοντα Μπράυν. Ο καταυλισμός του στρατού κύκλωνε τις Άες Σεντάι, σχηματίζοντας γύρω τους ένα δαχτυλίδι σε απόσταση είκοσι βημάτων, αν και σε μερικά σημεία θα μπορούσε να τους χωρίζει κι ένα μίλι. Περιέργως, ο Άρχοντας Μπράυν, όπως επίσης κι οι αδελφές, επέμενε σε αυτό. Οι Άες Σεντάι δεν επιθυμούσαν οι στρατιώτες να κόβουν βόλτες ανάμεσα στις σκηνές τους, καθότι πολλοί από αυτούς δεν ήταν παρά άπλυτα, αμόρφωτα κι άξεστα καθάρματα, συχνά αλαφροδάχτυλοι, αλλά φαίνεται πως κι αυτοί δεν ήθελαν τις Άες Σεντάι ανάμεσά τους - παρ' όλο που, πράττοντας σοφά ίσως, δεν αποκάλυπταν τους λόγους. Βάδιζαν προς την Ταρ Βάλον για να εκθρονίσουν μια σφετερίστρια της Έδρας της Άμερλιν και να ανακηρύξουν την Εγκουέν στη θέση της, ωστόσο οι περισσότεροι δεν ένιωθαν άνετα με τις Άες Σεντάι, κάτι που ίσχυε και για τις γυναίκες.

Ως Τηρήτρια, η Σέριαμ θα ήταν ιδιαίτερα ικανοποιημένη, αν αφαιρούσε την ευθύνη όλων αυτών των δευτερευόντων ζητημάτων από την Εγκουέν. Της είχε διατυπώσει τη σκέψη της, εξηγώντας της πόσο ελάσσονος σπουδαιότητας ήταν αυτά τα θέματα, προσπαθώντας να την πείσει πως η Έδρα της Άμερλιν δεν έπρεπε να ασχολείται με καθημερινές ασημαντότητες. Η Σιουάν, από την άλλη μεριά, έλεγε πως ήταν υποχρέωση μιας καλής Άμερλιν να δίνει σημασία και σε καθημερινά ζητήματα. Όχι αναγκαστικά προσπαθώντας να αναπαράγει τη δουλειά δεκάδων αδελφών και διοικητικών· απλώς να κάνει καθημερινό έλεγχο σε διάφορα θέματα. Με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να έχει επίγνωση τού τι συνέβαινε και τι μέτρα έπρεπε να πάρει για να μην ξεσπάσει μια κρίση και βρεθεί προ απροόπτου. Μια αίσθηση προς τα πού φυσάει ο άνεμος, έτσι το αποκαλούσε η Σιουάν. Πήρε βδομάδες μέχρι να φτάσουν στα χέρια της αυτές οι αναφορές κι η Εγκουέν ήταν σίγουρη πως, από τη στιγμή που θα περνούσαν στην εποπτεία της Σέριαμ, δεν θα ξανάκουγε τίποτα μέχρι να τακτοποιηθούν αυτά τα ζητήματα. Αν τακτοποιούνταν, δηλαδή.

Σιωπή απλώθηκε παντού καθώς άρχισαν να διαβάζουν το επόμενο χαρτί από τη στοίβα.

Δεν ήταν μόνες τους. Η Τσέσα, η οποία καθόταν πάνω σε κάτι μαξιλαράκια, στην απέναντι μεριά της σκηνής, μίλησε. «Το λιγοστό φως κάνει κακό στα μάτια», μουρμούρισε μοναχή της σχεδόν, κρατώντας μια από τις μεταξένιες κάλτσες της Εγκουέν που μαντάριζε. «Ποτέ δεν προσπαθώ να διαβάσω με τόσο λιγοστό φως. Θα μου καταστρέψει τα μάτια». Αρκετά ρωμαλέα, με ένα σπινθηροβόλημα στα μάτια κι ένα χαρούμενο χαμόγελο να διαγράφεται στο πρόσωπό της, η υπηρέτρια της Εγκουέν πάσχιζε ανέκαθεν να συμβουλέψει την Άμερλιν, λες και μιλούσε για τον εαυτό της. Θα έλεγες ότι βρισκόταν στην υπηρεσία της Εγκουέν είκοσι χρόνια αντί για λιγότερο από δυο μήνες κι ότι είχε την τριπλάσια αντί τη διπλάσια ηλικία της. Η Εγκουέν υποπτεύθηκε πως, ειδικά απόψε, η Τσέσα μιλούσε απλώς για να καλύψει τη σιωπή. Υπήρχε μια ένταση στον καταυλισμό από τότε που είχε διαφύγει ο Λογκαίν. Ήταν ένας άντρας ικανός να διαβιβάζει, θωρακισμένος και φρουρούμενος νυχθημερόν, κι ωστόσο κατάφερε να ξεγλιστρήσει σαν την ομίχλη. Όλοι ανησυχούσαν κι αναρωτιούνταν με ποιο τρόπο το έσκασε, πού βρισκόταν τώρα και τι σκόπευε να κάνει. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, η Εγκουέν ήθελε διακαώς να μάθει πού ήταν ο Λογκαίν Άμπλαρ.

Πιάνοντας σταθερά με τα χέρια της τα χαρτιά, η Σέριαμ κοίταξε την Τσέσα συνοφρυωμένη. Δεν καταλάβαινε για ποιο λόγο η Εγκουέν επέτρεπε στην υπηρέτριά της να παρίσταται σε αυτές τις συναντήσεις, πόσω μάλλον να φλυαρεί ανεξέλεγκτα. Πιθανότατα, ποτέ της δεν είχε σκεφτεί πως η παρουσία της Τσέσα καθώς κι η απρόσμενη φλυαρία της την έκαναν να νιώθει άβολα ίσα-ίσα για να αποφύγει η Εγκουέν μια συμβουλή που δεν ήθελε να ακολουθήσει ή να αναβάλει μια απόφαση που δεν επιθυμούσε να πάρει, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που επιθυμούσε η Σέριαμ. Όλα αυτά μάλλον δεν είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό της Τσέσα, η οποία χαμογέλασε απολογητικά κι επέστρεψε στο μαντάρισμά της. Πού και πού ακουγόταν να μουρμουρίζει μοναχή της.