«Αν συνεχίσουμε, Μητέρα», είπε ψυχρά η Σέριαμ, «μπορεί να έχουμε τελειώσει προτού ξημερώσει».
Κοιτώντας την επόμενη σελίδα, η Εγκουέν έτριψε τους κροτάφους της. Ίσως η Τσέσα είχε δίκιο για το φως. Ήδη αισθανόταν τον επερχόμενο πονοκέφαλο. Μπορεί, όμως, να έφταιγε κι η σελίδα που κατέγραφε την οικονομική τους κατάσταση. Οι ιστορίες που είχε διαβάσει δεν ανέφεραν ποτέ πόσα χρήματα χρειάζονταν για να συντηρηθεί ένα στρατός. Καρφιτσωμένες πάνω στη σελίδα υπήρχαν οι σημειώσεις δύο Καθήμενων, της Ρομάντα και της Λελαίν, οι οποίες πρότειναν να μην πληρώνονται συχνά οι στρατιώτες, δηλαδή να πληρώνονται λιγότερο. Ήταν κάτι παραπάνω από πρόταση, καθότι η Ρομάντα κι η Λελαίν δεν ήταν δύο απλές Καθήμενες στην Αίθουσα, αλλά είχαν αρκετές ακόλουθες, αν όχι κι όλες, ενώ η μόνη Καθήμενη που εμπιστευόταν η Εγκουέν ήταν η Ντελάνα, κι αυτή όχι πο-λύ. Σπάνια η Λελαίν με τη Ρομάντα συμφωνούσαν σε κάτι και δύσκολα θα διάλεγαν να προτείνουν κάτι χειρότερο από αυτό. Κάποιοι στρατιώτες είχαν πάρει όρκους, οι περισσότεροι όμως είχαν έρθει για τα λεφτά και με την ελπίδα του πλιάτσικου.
«Οι στρατιώτες πρέπει να πληρωθούν, όπως γίνεται πάντα», μουρμούρισε η Εγκουέν, τσαλακώνοντας τις δύο σημειώσεις. Δεν σκόπευε να αφήσει το στρατό της να διαλυθεί, όπως δεν επρόκειτο να επιτρέψει το διαγούμισμα.
«Όπως προστάζεις, Μητέρα». Τα μάτια της Σέριαμ λαμπύρισαν από ικανοποίηση. Οι δυσκολίες ήταν ξεκάθαρες στο μυαλό της -όποιος νόμιζε ότι δεν ήταν τόσο ευφυής έβρισκε τον μπελά του- ωστόσο είχε το αδύναμο σημείο της. Αν η Ρομάντα με τη Λελαίν ισχυρίζονταν πως ο ήλιος ανέτελλε, η Σέριαμ θα επέμενε ότι έδυε. Είχε την ίδια επιρροή με αυτές στην Αίθουσα, ίσως και μεγαλύτερη, μέχρι που έβαλαν ένα τέλος στον ανταγωνισμό τους. Εξίσου αλήθεια ήταν και το αντίθετο: αυτές οι δύο εναντιώνονταν σε οτιδήποτε επιθυμούσε η Σέριαμ, προτού ακόμα κάτσουν να σκεφτούν. Πράγμα που, σε τελική ανάλυση, είχε τη χρησιμότητά του.
Τα δάχτυλα της Εγκουέν χτυπούσαν νευρικά την επιφάνεια του τραπεζιού, αλλά σταμάτησαν απότομα. Κάπου, με κάποιο τρόπο, έπρεπε να βρεθούν αυτά τα χρήματα, αλλά δεν ήταν ανάγκη να προσέξει η Σέριαμ πόσο πολύ ανησυχούσε.
«Αυτή η καινούργια θα βρει μια λύση», μουρμούρισε η Τσέσα καθώς έραβε. «Οι Δακρυνοί πάντα είναι ψηλομύτες, βέβαια, αλλά η Σέλαμι ξέρει πολύ καλά ποιες είναι οι ανάγκες της υπηρέτριας μιας αρχόντισσας. Η Μέρι κι εγώ θα τη στρώσουμε για τα καλά». Η Σέριαμ, θυμωμένη, έστριψε τα μάτια της προς τα επάνω.
Η Εγκουέν χαμογέλασε από μέσα της. Η Εγκουέν αλ'Βέρ, με τρεις υπηρέτριες ξοπίσω της. Απίστευτο όσο και το επιτραχήλιο που φορούσε. Το χαμόγελο, όμως, δεν διήρκεσε πάνω από ένα δευτερόλεπτο. Κι οι υπηρέτριες έπρεπε να αμειφθούν. Μικροποσά συγκρινόμενα με την αμοιβή τριάντα χιλιάδων στρατιωτών, δεδομένου ότι η Άμερλιν ήταν ανίκανη να πλύνει ή να ράψει τα ρούχα της, αλλά και μόνο με την Τσέσα μια χαρά θα τα κατάφερνε. Θα την προτιμούσε ακόμα κι αν είχε άλλη επιλογή. Λιγότερο από μια βδομάδα πριν, η Ρομάντα είχε αποφασίσει πως η Άμερλιν χρειαζόταν κι άλλη υπηρέτρια και της βρήκε τη Μέρι ανάμεσα στους πρόσφυγες που είχαν στοιβαχτεί σε κάθε χωριό για να αποφύγουν την καταδίωξη. Μη τυχόν κι υστερήσει, η Λελαίν τής έφερε τη Σέλαμι από την ίδια πηγή. Οι δύο γυναίκες στριμώχτηκαν μέσα στη σκηνή της Τσέσα, προτού ακόμα η Εγκουέν πάρει χαμπάρι την ύπαρξή τους.
Το σκεπτικό ήταν λανθασμένο: τρεις υπηρέτριες τη στιγμή που δεν υπήρχε αρκετό ασήμι για να πληρωθεί ο στρατός ούτε για τη μισή πορεία προς την Ταρ Βάλον, υπηρέτριες οι οποίες είχαν επιλεγεί με συνοπτικές διαδικασίες. Άσε που ήδη είχε μία, παρ' όλο που δεν έπαιρνε πεντάρα. Πάντως, όλοι πίστευαν πως η θεραπαινίδα της Άμερλιν ήταν η Μάριγκαν.
Ανασκάλεψε το σακουλάκι της ζώνης της κάτω από την ακμή του τραπεζιού, ψάχνοντας να βρει το βραχιόλι στο εσωτερικό του. Έπρεπε να το φοράει διαρκώς. Ήταν καθήκον της. Κρατώντας τα χέρια της χαμηλωμένα, έβγαλε το βραχιόλι και το πέρασε γύρω στον καρπό της, μια ασημένια λωρίδα φτιαγμένη έτσι που το κλείθρο γινόταν αόρατο από τη στιγμή που έκλεινε. Κατασκευασμένο με τη χρήση της Μίας Δύναμης, το βραχιόλι έκλεισε ερμητικά κάτω από το τραπέζι κι η Άμερλιν το ξεκούμπωσε ξανά.