Выбрать главу

«Για ένα πράγμα έχει δίκιο», είπε ο Λαν, κοιτώντας τους πάνω από το στέλεχος της πίπας του, ήρεμος όπως και πριν. Άλλος ένας άντρας που, φαινομενικά, δεν υπήρξε ποτέ μικρό αγόρι. Τα μάτια του είχαν το χρώμα του γαλάζιου πάγου κάτω από την πλεχτή δερμάτινη ταινία που φορούσε πάνω από τα φρύδια του. «Όποιος βρίσκεται κοντά του, κινδυνεύει θανάσιμα, κι αυτό ισχύει για οποιονδήποτε». Η Νυνάβε, για κάποιο λόγο, ρουθούνισε κι έπειτα ακούμπησε το χέρι της στο δερμάτινο δισάκι με τα εξογκώματα, πάνω στο τραπέζι, και χαμογέλασε. Δευτερόλεπτα αργότερα, το χαμόγελο της εξασθένησε.

«Λες εγώ κι η πρωταδελφή μου να φοβόμαστε τον θάνατο;» ρώτησε απαιτητικά η Αβιέντα, ακουμπώντας τις γροθιές της πάνω στους γοφούς της. Η εσάρπα γλίστρησε από τους ώμους της κι έπεσε στο πάτωμα, αλλά η κοπέλα ήταν τόσο προσηλωμένη στα δρώμενα, που ούτε καν το πρόσεξε. «Ο άνθρωπος αυτός έχει τοχ απέναντί μας, καθότι Άαν’αλέιν, όπως κι εμείς απέναντι του. Πρέπει να το μελετήσουμε το θέμα».

Η Μιν άπλωσε τα χέρια της. «Δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάτε, αλλά δεν πάω πουθενά μέχρι να τους δώσεις κάποιες εξηγήσεις, Ραντ!» Προσποιήθηκε πως δεν πρόσεξε το αγριεμένο βλέμμα της Αβιέντα.

Αφήνοντας έναν αναστεναγμό, ο Ραντ ακούμπησε στη γωνία του τραπεζιού και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τις σκούρες, κοκκινωπές μπούκλες που κρέμονταν στον λαιμό του. Έμοιαζε λες και λογόφερνε με τον ίδιο του τον εαυτό.

«Λυπάμαι που καταλήξατε μαζί με τις σουλ’ντάμ και τις νταμέην», είπε τελικά. Όντως φάνταζε λυπημένος, αλλά όχι και πολύ· θα μπορούσε κάλλιστα να είναι θλιμμένος λόγω του κρύου. «Υποτίθεται πως ο Τάιμ θα τις παρέδιδε στις αδελφές, που νόμιζα πως ήταν μαζί σας. Όμως, όλοι κάνουν λάθη. Ίσως νόμισε πως όλες αυτές οι Σοφίες κι οι Σοφές Γυναίκες που μάζεψε η Νυνάβε ήταν Άες Σεντάι». Το χαμόγελό του ήταν ήρεμο. Και δεν έφτασε έως τα μάτια του.

«Ραντ», είπε η Μιν, με χαμηλό αλλά προειδοποιητικό τόνο.

Είχε το θάρρος να την κοιτάξει ερωτηματικά, λες και δεν καταλάβαινε. Ωστόσο, συνέχισε να μιλάει. «Τέλος πάντων, φαίνεται πως διαθέτετε αρκετές από δαύτες, για να συγκρατήσετε μια χούφτα γυναίκες και να τις παραδώσετε στις... υπόλοιπες αδελφές, αυτές που βρίσκονται μαζί με την Εγκουέν. Πολλές φορές, τα πράγματα δεν πάνε όπως τα περιμένεις, έτσι; Ποιος θα έλεγε πως μερικές αδελφές που το έσκασαν από την Ελάιντα θα σήκωναν μπαϊράκι εναντίον του Λευκού Πύργου; Και, μάλιστα, με την Εγκουέν ως Άμερλιν! Κι έχοντας για στρατό της την Ομάδα του Κόκκινου Χεριού. Υποθέτω πως ο Ματ μπορεί να παραμείνει εκεί λίγο ακόμη». Για κάποιο λόγο, βλεφάρισε αγγίζοντας το μέτωπό του, κι έπειτα μίλησε με αυτόν τον εκνευριστικά αδιάφορο τόνο. «Λοιπόν. Τα πράγματα εξελίχθηκαν εντελώς διαφορετικά. Με τους ρυθμούς αυτούς, δεν θα ξαφνιαζόμουν αν οι φίλες μου στον Πύργο μάζευαν αρκετό κουράγιο για να εμφανιστούν απροκάλυπτα».

Ανασηκώνοντας το ένα φρύδι, η Ηλαίην έριξε μια ματιά στη Νυνάβε. Σοφίες και Σοφές Γυναίκες; Η Ομάδα αποτελούσε τον στρατό της Εγκουέν κι ο Ματ ήταν μαζί τους; Η προσπάθεια της Νυνάβε να φανεί αθώα γουρλώνοντας τα μάτια της, την έκανε να μοιάζει ακόμα περισσότερο με ένοχη καρφωμένη στην πόρτα. Η Ηλαίην υπέθεσε πως δεν είχε ιδιαίτερη σημασία. Ο Ραντ θα μάθαινε σύντομα την αλήθεια, αν μπορούσε να πειστεί να πάει στην Εγκουέν. Όπως και να έχει, υπήρχαν πιο σπουδαία πράγματα που έπρεπε να συζητήσει μαζί του. Ο άνθρωπος φλυαρούσε, άσχετα αν κατάφερνε να δείχνει ότι αυτοσχεδιάζει, τονίζοντας οποιαδήποτε λεπτομέρεια ήλπιζε ότι θα μπορούσε να τους αποσπάσει την προσοχή.

«Άσ’ το καλύτερα, Ραντ». Η Ηλαίην έσφιξε τις παλάμες της πάνω στη φούστα της, μόνο και μόνο για να συγκρατηθεί να μην κουνήσει κάποιο δάχτυλο προς το μέρος του. Ή τη γροθιά της, δεν ήξερε τι από τα δύο. Οι υπόλοιπες αδελφές; Ήταν έτοιμος να πει οι αληθινές Άες Σεντάι. Πώς τολμούσε; Άκου λέει, οι φίλες του στον Πύργο! Πώς ήταν δυνατόν να πιστεύει ακόμα το παράξενο γράμμα της Αλβιάριν; Ο τόνος της φωνής της ήταν ψυχρός, άκαμπτος και σταθερός, κι ήταν ολοφάνερο πως δεν ανεχόταν κανενός είδους ανοησίες. «Τίποτα από όλα αυτά δεν έχει την παραμικρή σημασία πια. Η συζήτηση πρέπει να περιστραφεί γύρω από σένα, εμένα, την Αβιέντα και τη Μιν. Κι αυτό θα γίνει. Θα γίνει, Ραντ αλ’Θόρ, ειδάλλως δεν πρόκειται να φύγεις από αυτό εδώ το Παλάτι μέχρι να φύγουμε κι εμείς!»