Выбрать главу

Απέμεινε να την παρατηρεί για αρκετή ώρα, κι η έκφραση του δεν άλλαξε στο ελάχιστο. Κατόπιν, εισέπνευσε ηχηρά και το πρόσωπό του έγινε γρανιτένιο. «Σε αγαπώ, Ηλαίην». Συνέχισε να μιλάει χωρίς την παραμικρή παύση, και τα λόγια ξεχύθηκαν από μέσα του σαν νερό που σπάει το φράγμα. Το πρόσωπό του έμοιαζε με πέτρινο τοίχο. «Σε αγαπώ, Αβιέντα. Σε αγαπώ, Μιν, και μάλιστα διόλου περισσότερο ή λιγότερο από τις άλλες δυο. Δεν θέλω μόνο μία από εσάς, σας θέλω και τις τρεις. Ορίστε, λοιπόν. Ένας λεχρίτης είμαι. Τώρα, μπορείτε να φύγετε χωρίς να ρίξετε ματιά πίσω σας. Είναι παράνοια, ούτως ή άλλως. Αδυνατώ να αγαπάω τους πάντες!»

«Ραντ αλ’Θόρ», στρίγγλισε η Νυνάβε, «αυτά είναι τα πιο εξωφρενικά λόγια που άκουσα ποτέ να βγαίνουν από το στόμα σου! Και μόνο η ιδέα που είχες, να πεις σε τρεις γυναίκες ότι τις αγαπάς, είναι αποτρόπαιη! Είσαι χειρότερος από λεχρίτης! Ζήτα συγγνώμη τώρα αμέσως!» Ο Λαν είχε αρπάξει την πίπα από το στόμα του και κοιτούσε έκπληκτος τον Ραντ.

«Σε αγαπάω, Ραντ», είπε απλά η Ηλαίην, «και, παρ’ όλο που δεν μου το ζήτησες ποτέ, θέλω να σε παντρευτώ». Αναψοκοκκίνισε ελαφρά, αλλά ούτως ή άλλως σκόπευε να μιλήσει με ειλικρίνεια, οπότε υπέθεσε πως δεν είχε μεγάλη σημασία. Η Νυνάβε άνοιξε το στόμα της να πει κάτι, αλλά τα λόγια δεν βγήκαν.

«Η καρδιά μου βρίσκεται στα χέρια σου, Ραντ», είπε η Αβιέντα, μεταχειριζόμενη το όνομά του σαν κάτι σπάνιο και πολύτιμο. «Αν φτιάξεις νυφικό στεφάνι για την πρωταδελφή μου κι εμένα, θα το δεχτώ». Αναψοκοκκίνισε επίσης και προσπάθησε να το κρύψει σκύβοντας να μαζέψει την εσάρπα από το πάτωμα, στερεώνοντάς την πάνω στα μπράτσα της. Σύμφωνα με τα Αελίτικα έθιμα, δεν έπρεπε να αναφέρει τίποτε από όλα αυτά. Η Νυνάβε άφησε τελικά να ξεφύγει ένας ήχος από το στόμα της. Μια τσιρίδα.

«Αν δεν έχεις καταλάβει μέχρι τώρα ότι σε αγαπάω», είπε η Μιν, «τότε είσαι τυφλός, κουφός και νεκρός!» Αυτή δεν αναψοκοκκίνισε. Στα σκούρα της μάτια υπήρχε μια σκανδαλιάρικη λάμψη, κι έμοιαζε έτοιμη να βάλει τα γέλια. «Όσο για τον γάμο, καλά, αυτό μπορούμε να το κανονίσουμε οι τρεις μας!» Η Νυνάβε άδραξε και με τα δύο χέρια τις πλεξούδες της και τις τράβηξε απότομα, με την ανάσα της να βγαίνει βαριά μέσα από τα ρουθούνια της. Ο Λαν είχε αρχίσει να εξετάζει το περιεχόμενο του κοιλώματος της πίπας του.

Ο Ραντ κοίταξε εξεταστικά τις τρεις τους, λες και δεν είχε ξαναδεί γυναίκα στο παρελθόν κι αναρωτιόταν τι σόι πλάσματα ήταν. «Είστε τρελές», είπε τελικά. «Θα σας παντρευόμουν όλες —ναι, θα το έκανα, το Φως να με βοηθήσει— αλλά δεν γίνεται, και το γνωρίζετε καλά». Η Νυνάβε κατέρρευσε σε μια καρέκλα, κουνώντας το κεφάλι της. Άρχισε να μουρμουρίζει μέσα από τα δόντια της, και το μόνο που έπιασε η Ηλαίην ήταν κάτι σχετικά με τα μέλη του Κύκλου των Γυναικών που θα κατάπιναν τη γλώσσα τους.

«Υπάρχει και κάτι άλλο προς συζήτηση», είπε η Ηλαίην. Μα το Φως, η έκφραση της Μιν και της Αβιέντα ήταν λες και κοιτούσαν κάποιο γλύκισμα! Καταβάλλοντας προσπάθεια, κατάφερε να κάνει το χαμόγελο της να φανεί κάπως λιγότερο... ενθουσιώδες. «Νομίζω πως είναι καλύτερα να το συζητήσουμε στα διαμερίσματά μου. Δεν υπάρχει λόγος να ενοχλούμε τη Νυνάβε και τον Λαν». Φοβόταν πως, αν η Νυνάβε τους άκουγε, θα προσπαθούσε να τους κάνει να πάψουν. Αυτή η γυναίκα ήταν πολύ γρήγορη σε θέματα σχετικά με την εξουσία των Άες Σεντάι.

«Ναι», είπε αργά ο Ραντ. Κι ύστερα, παραδόξως, πρόσθεσε: «Είπα ότι κέρδισες, Νυνάβε. Δεν θα φύγω χωρίς να σε ξαναδώ».

«Α!» ξαφνιάστηκε η Νυνάβε. «Ναι. Φυσικά και όχι. Τον είδα να μεγαλώνει», αερολόγησε, χαρίζοντας ένα χαμόγελο ναυτίας στην Ηλαίην. «Τον ξέρω από πιτσιρίκο. Παρακολούθησα τα πρώτα του βήματα. Δεν μπορεί να φύγει αν δεν συζητήσουμε πρώτα εκτενώς».

Η Ηλαίην την κοίταξε κάπως καχύποπτα. Μα το Φως, μιλούσε σαν γερασμένη τροφός. Η Λίνι, πάντως, δεν φλυαρούσε ποτέ. Ήλπιζε να είναι γερή και δυνατή, αλλά φοβόταν πως τίποτα από τα δύο δεν ίσχυε. Γιατί η Νυνάβε συμπεριφερόταν έτσι; Κάτι σκάρωνε, κι αν δεν έκανε χρήση του αξιώματός της για να το αναιρέσει, ήξερε ότι όλα θα πήγαιναν στραβά.