Выбрать главу

Ξαφνικά, ο Ραντ φάνηκε να τρεμουλιάζει, λες κι ο αέρας γύρω του σπιθοβολούσε από ζέστη, κι όσα απασχολούσαν μέχρι πρότινος το μυαλό της Ηλαίην εξαφανίστηκαν απότομα. Μέσα σε μια στιγμή έγινε... κάποιος άλλος, πιο κοντός και πιο παχύς, χοντροκομμένος και κτηνώδης. Ήταν τόσο αποκρουστικός, ώστε η γυναίκα δεν σκέφτηκε καν ότι χρησιμοποιούσε το αρσενικό μέρος της Δύναμης. Λιγδερά, μαύρα μαλλιά κρέμονταν σε ένα αρρωστημένο, ωχρό πρόσωπο γεμάτο τριχωτές κρεατοελιές, μία εκ των οποίων βρισκόταν πάνω στη βολβοειδή μύτη πάνω από τα παχιά, γλιστερά χείλη που λίγο απείχαν από το να αρχίσουν να σαλιαρίζουν. Έκλεισε τα μάτια του ερμητικά και ξεροκατάπιε, με τις παλάμες του να σφίγγουν τα μπράτσα του καθίσματος του, λες και δεν άντεχε να τον κοιτάνε.

«Εξακολουθείς να είσαι ωραίος, Ραντ», του είπε ευγενικά.

«Χα!» είπε η Μιν. «Με τέτοια φάτσα, θα λιποθυμούσε και τράγος!» Όχι ότι δεν ήταν αλήθεια, αλλά καλό θα ήταν να μην το αναφέρει.

Η Αβιέντα γέλασε. «Έχεις χιούμορ, Μιν Φάρσοου. Με τέτοια φάτσα, θα λιποθυμούσε ολόκληρο κοπάδι από τράγους». Μα το Φως, έτσι ακριβώς ήταν! Η Ηλαίην μόλις που κατάφερε να συγκρατήσει ένα γελάκι.

«Είμαι αυτός που είμαι», είπε ο Ραντ, και σηκώθηκε από το κάθισμα. «Απλώς, δεν το βλέπετε».

Με το που πρωτοείδε η Ντένι τη μεταμφίεση του Ραντ, το χαμόγελο στράβωσε στα χείλη της στιβαρής γυναίκας. Η Κάσεϊλ έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Οι σκέψεις περί κρυφών εραστών σάς μάραναν, σκέφτηκε η Ηλαίην, και ξεκαρδίστηκε στα γέλια από μέσα της. Ήταν σίγουρη πως ο Ραντ τραβούσε τα βλέμματα όσο κι οι γυναίκες Φρουροί, έτσι όπως έσερνε το κορμί του ανάμεσά τους, σκυθρωπός και συνοφρυωμένος. Το σίγουρο ήταν πως κανείς δεν θα μπορούσε να υποπτευθεί ποιος ήταν. Οι υπηρέτες στους διαδρόμους θα πίστευαν πως επρόκειτο μάλλον για κάποιον που τον συλλάβανε για έγκλημα, άλλωστε για τέτοιος έμοιαζε. Οι ματιές της Κάσεϊλ και της Ντένι ήταν εξίσου σκληρές, λες και πίστευαν επίσης κάτι τέτοιο.

Οι Φρουροί άρχισαν να λογοφέρνουν όταν συνειδητοποίησαν πως η Ηλαίην σκόπευε να τις αφήσει εκτός των διαμερισμάτων της, ενώ εκείνη, η Μιν κι η Αβιέντα μπήκαν μαζί του. Ξαφνικά, η μεταμφίεση του Ραντ έπαψε να είναι διασκεδαστική. Τα χείλη της Κάσεϊλ έγιναν μια λεπτή γραμμή και στο πλατύ πρόσωπο της Ντένι χαράχτηκε μια επίμονη δυσαρέσκεια. Η Ηλαίην χρειάστηκε να κουνήσει κάτω από τις μύτες τους το δαχτυλίδι με το Μέγα Ερπετό, πριν αναγκαστούν να πάρουν θέσεις στα πλαϊνά της πόρτας, κατσουφιάζοντας. Έκλεισε την πόρτα μαλακά, αφήνοντας έξω τις συνοφρυωμένες τους φάτσες, αν και πολύ θα ήθελε να τους τη βροντήξει κατάμουτρα. Μα το Φως, αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να διαλέξει κάτι λιγότερο αηδιαστικό για μεταμφίεση.

Ο Ραντ κατευθύνθηκε αμέσως στο διακοσμημένο τραπέζι κι έγειρε επάνω του καθώς ο αέρας γύρω του σπιθοβόλησε, επαναφέροντάς τον στην κανονική του μορφή. Οι κεφαλές του Δράκοντα, στο πάνω μέρος των χεριών του, έλαμι|;αν μεταλλικά, χρυσοπόρφυρες. «Χρειάζομαι ένα ποτό», μουρμούρισε βαριά, μόλις η ματιά του έπεσε σε μια ασημένια ψηλόλαιμη κανάτα πάνω στο μακρόστενο τραπεζάκι, που ακουμπούσε στον τοίχο.

Εξακολουθώντας να μη ρίχνει ματιά στην Ηλαίην, στη Μιν ή στην Αβιέντα, περπάτησε τρικλίζοντας μέχρι εκεί και γέμισε ένα ασημένιο ποτήρι του κρασιού. Κατόπιν, άδειασε το μισό με μια μεγάλη ρουφηξιά. Το γλυκό, αρωματικό κρασί είχε μείνει εκεί αφότου μάζεψαν τα υπολείμματα του πρωινού της. Θα πρέπει να ήταν κρύο σαν πάγος πλέον. Η Ηλαίην δεν περίμενε ότι θα επέστρεφε τόσο νωρίς στα διαμερίσματά της, κι η φωτιά στην εστία είχε σβήσει κάτω από τις στάχτες. Ωστόσο, ο Ραντ δεν έκανε καμιά εμφανή κίνηση να ζεστάνει το κρασί διαβιβάζοντας. Αν μη τι άλλο, θα το έβλεπε να αναδίδει ατμούς. Και γιατί περπάτησε έως εκεί, αντί να διαβιβάσει και να το φέρει κοντά του; Άλλωστε, πάντα αυτό έκανε. Χρησιμοποιούσε ροές Αέρα, πάνω στις οποίες μετέφερε ποτήρια κρασιού και φανούς.

«Είσαι καλά, Ραντ;» τον ρώτησε η Ηλαίην. «Θέλω να πω, μήπως είσαι άρρωστος;» Αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στο στομάχι, στη σκέψη του τι είδους αρρώστια μπορεί να είχε. «Η Νυνάβε μπορεί να...»

«Μια χαρά είμαι», της αποκρίθηκε ο άντρας με επίπεδη φωνή. Εξακολουθούσε να τους έχει γυρισμένη την πλάτη. Άδειασε το ποτήρι και το ξαναγέμισε. «Λοιπόν, τι είναι αυτό που δεν θέλεις να ακούσει η Νυνάβε;»

Τα φρύδια της Ηλαίην ορθώθηκαν, κι αντάλλαξε ματιές με την Αβιέντα και τη Μιν. Αν αυτός είχε διακρίνει κάτι πίσω από το δόλιο τέχνασμά της, τότε σίγουρα θα το είχε διακρίνει κι η Νυνάβε. Γιατί τους άφησε να φύγουν; Και πώς ο Ραντ είχε καταφέρει να καταλάβει κάτι; Η Αβιέντα, παραξενευμένη, κούνησε ελαφρώς το κεφάλι της. Η Μιν κούνησε κι αυτή το δικό της, με ένα μειδίαμα που έλεγε ότι, πού και πού, έπρεπε να περιμένεις κάτι τέτοια από τον Ραντ. Η Ηλαίην ένιωσε μια σουβλιά —σίγουρα όχι ζήλιας, αφού αποκλειόταν, δεδομένων των συνθηκών— οργής, επειδή η Μιν είχε περάσει περισσότερο καιρό μαζί του από την ίδια. Τέλος πάντων, αν ο Ραντ ήθελε να τις εκπλήξει...