«Δεν ήξερα τίποτα για τον δεσμό, μέχρι που μου το ανέφεραν, λιγότερο από μία ώρα πριν», είπε η Μιν, συναντώντας το βλέμμα του με την πιο ευγενική ματιά που είχε δει στη ζωή της η Ηλαίην. «Πίστευα όμως ότι ήξερα καλά τι θα συνέβαινε αν τις ξανακοίταζες. Μερικά πράγματα πρέπει να γίνονται, Ραντ. Απλώς, πρέπει να γίνονται».
Ο Ραντ απέμεινε να κοιτάει σαν χαζός το ποτήρι του κρασιού, κι οι ελάχιστες στιγμές φάνταζαν ώρες ολόκληρες, πριν τελικά το ακουμπήσει στον δίσκο. «Εντάξει», είπε σιγανά. «Δύσκολο να ισχυριστώ ότι δεν θέλω κάτι που όντως θέλω, το Φως να με κάψει! Σκεφτείτε, όμως, το τίμημα. Σκεφτείτε ότι ίσως χρειαστεί να το πληρώσετε ακριβά».
Η Ηλαίην δεν χρειαζόταν να σκεφτεί το τίμημα. Το ήξερε εξ αρχής και το είχε συζητήσει με την Αβιέντα, για να βεβαιωθεί ότι το κατανοούσε κι εκείνη. Το είχε εξηγήσει και στη Μιν. Ό,τι πληρώνεις, παίρνεις, έτσι έλεγε η παλιά παροιμία. Καμιά τους δεν χρειαζόταν να σκεφτεί το τίμημα. Είχαν πλήρη επίγνωση κι ήταν πρόθυμες να το πληρώσουν. Ωστόσο, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Ακόμα και τώρα, τον θεωρούσε ικανό να αποφασίσει ότι το τίμημα ήταν ιδιαίτερα βαρύ. Λες κι η απόφαση ήταν δική του!
Ανοίχτηκε στο σαϊντάρ και συνδέθηκε με την Αβιέντα. Μοιράστηκε μαζί της ένα χαμόγελο. Ανέκαθεν απολάμβανε με την αδελφή της την ολοένα αυξανόμενη συνειδητοποίηση που είχε η μία για την άλλη, αυτή την οικεία μοιρασιά των συναισθημάτων και των φυσικών αισθημάτων. Έμοιαζε πολύ με αυτό που σύντομα θα μοιράζονταν και με τον Ραντ. Το είχε επεξεργαστεί και μελετήσει προσεκτικά από κάθε παράμετρο. Όσα κατόρθωσε να μάθει σχετικά με τον ενστερνισμό των Αελίτικων υφάνσεων τη βοήθησαν πολύ. Ήταν κατά τη διάρκεια αυτής της τελετουργίας, όταν η ιδέα ξεπήδησε για πρώτη φορά στο μυαλό της.
Ύφανε προσεκτικά Πνεύμα, μια ροή εκατό τουλάχιστον νηματίων, με κάθε νημάτιο κατάλληλα τοποθετημένο, κι άπλωσε την ύφανση στην Αβιέντα, που καθόταν στο πάτωμα. Κατόπιν, έκανε το ίδιο και με τη Μιν, που είχε βολευτεί στην άκρη του τραπεζιού, Από μια άποψη, δεν επρόκειτο για δύο ξεχωριστές υφάνσεις. Έλαμπαν με απόλυτη ομοιότητα, κι όταν έβλεπε τη μία, ήταν σαν να βλέπει και την άλλη. Δεν επρόκειτο για τις υφάνσεις που είχαν χρησιμοποιηθεί στην τελετή υιοθεσίας, αλλά οι αρχές ήταν οι ίδιες. Περιέκλειαν· όσα συνέβαιναν σε ένα άτομο μπλεγμένο σε αυτή την ύφανση, συνέβαιναν σε όλους. Μόλις οι υφάνσεις τοποθετήθηκαν κατάλληλα, η Ηλαίην παρέδωσε την αρχηγία του κύκλου των δύο στην Αβιέντα. Οι ήδη υπάρχουσες υφάνσεις παρέμειναν, κι η Αβιέντα ύφανε αμέσως παρόμοιες γύρω από την Ηλαίην και τη Μιν, αναμειγνύοντας τη δεύτερη μέχρι που δεν ξεχώριζε διόλου από αυτή της Ηλαίην, πριν παραχωρήσει και πάλι τον έλεγχο. Το έκαναν πολύ εύκολα ύστερα από τόση εξάσκηση. Τέσσερις υφάνσεις, τρεις μάλλον, κι όμως φάνταζαν όλες σαν μία.
Όλα ήταν έτοιμα πια. Η Αβιέντα ήταν βράχος αυτοπεποίθησης, δυνατή όσο οτιδήποτε είχε διαισθανθεί ποτέ η Ηλαίην εκ μέρους της Μπιργκίτε. Η Μιν άδραχνε την άκρη του τραπεζιού, με τους αστραγάλους της ενωμένους. Δεν μπορούσε να δει τις ροές, αλλά τους χάρισε ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης, το οποίο παραμορφώθηκε κάπως μόλις έγλειψε τα χείλη της. Η Ηλαίην πήρε μια βαθιά ανάσα. Στα δικά της μάτια, οι τρεις τους κυκλώνονταν και συνδέονταν από ένα διακοσμητικό δίκτυο Πνεύματος, που έκανε την πιο περίτεχνη δαντέλα να μοιάζει απλή. Μακάρι να λειτουργούσε κιόλας όπως προσδοκούσε.
Πήρε τις υφάνσεις από καθεμία και τις επεξέτεινε με λεπτές γραμμές προς το μέρος του Ραντ, κουλουριάζοντας τις τρεις γραμμές σε μία κι αλλάζοντάς τη σε δεσμό Προμάχου. Την άπλωσε στον Ραντ, τόσο μαλακά, σαν σκέπαζε ένα μωρό με κουβέρτα. Ο ιστός του Πνεύματος κατακάθισε γύρω του κι επάνω του. Ο άντρας ούτε καν βλεφάρισε. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε. Η Ηλαίην άφησε ελεύθερο το σαϊντάρ. Ολοκληρώθηκε.
Ο Ραντ τις κοίταξε ανέκφραστος και με αργές κινήσεις ακούμπησε τα δάχτυλα στους κροτάφους του.
«Ω, Φως μου, Ραντ, ο πόνος», μουρμούρισε η Μιν με τσακισμένη φωνή. «Δεν το ήξερα. Δεν το φαντάστηκα ποτέ. Πώς το αντέχεις; Υπάρχουν μορφές πόνου για τις οποίες δεν έχεις ιδέα, λες και ζούσες μαζί τους νόσο πολύ, που έγιναν κομμάτι του εαυτού σου. Αυτοί οι ερωδιοί στα χέρια σου. Ακόμα αισθάνεσαι το μαρκάρισμα τους. Αυτά τα πράγματα πάνω στα μπράτσα σου πονάνε! Και το πλευρό σου, επίσης. Ω, Φως, το πλευρό σου! Γιατί δεν κλαις, Ραντ; Γιατί δεν κλαις;»
«Είναι ο Καρ’α’κάρν», απάντησε η Αβιέντα γελώντας, «εξίσου δυνατός με την ίδια την Τρίπτυχη Γη!» Το πρόσωπό της ήταν αγέρωχο —υπερβολικά αγέρωχο— αλλά παρ’ όλο που γελούσε, δάκρυα κυλούσαν στα ηλιοκαμένα της μάγουλα. «Οι χρυσές φλέβες. Ω, οι χρυσές φλέβες. Μ’ αγαπάς στ’ αλήθεια, Ραντ».