Выбрать главу

Η Ηλαίην απλώς τον κοιτούσε, τον αισθανόταν μέσα στο μυαλό της. Είχε όντως ξεχάσει τον πόνο από τις πληγές και τα κοψίματα. Όπως, επίσης, είχε ξεχάσει την ένταση και τη δυσπιστία. Το δέος. Τα συναισθήματα του, ωστόσο, ήταν άκαμπτα, σαν όζος από σκληρή ρετσίνα πεύκου που είχε μετατραπεί σε πέτρα. Όμως, οι χρυσές φλέβες σχημάτιζαν δαντέλες ανάμεσά τους, πάλλονταν και λαμπύριζαν όποτε τύχαινε να κοιτάξει τη Μιν ή την Αβιέντα. Ή την ίδια. Ναι, όντως την αγαπούσε. Τις αγαπούσε και τις τρεις. Κι αυτό την έκανε να θέλει να γελάσει από χαρά. Άλλες γυναίκες μπορεί να αμφέβαλλαν, αλλά αυτή θα ήξερε από δω και πέρα πως η αγάπη του ήταν αληθινή.

«Το Φως να δεήσει να καταλάβεις τι έκανες», είπε ο Ραντ χαμηλόφωνα. «Το Φως να δεήσει να μην...» Το ρετσίνι έγινε πιο σκληρό. Ήταν σίγουρος πως θα πάθαιναν κακό, κι ήδη ατσάλωνε τον εαυτό του. «Πρέπει να... φύγω τώρα. Τουλάχιστον, θα ξέρω ότι είστε καλά. Δεν χρειάζεται να ανησυχώ για σας». Ξαφνικά, χαμογέλασε. Αν το χαμόγελο έφτανε έως τα μάτια του, θα φαινόταν παιδιάστικο. «Η Νυνάβε θα είναι έξαλλη, γιατί θα νομίζει πως το έσκασα χωρίς να τη δω. Όχι ότι δεν της αξίζει λίγη αναστάτωση».

«Κάτι ακόμα, Ραντ», είπε η Ηλαίην, κι έκανε μια παύση ξεροκαταπίνοντας. Μα το Φως, νόμιζε πως αυτό θα ήταν το ευκολότερο.

«Υποθέτω πως εγώ κι η Αβιέντα πρέπει να μιλήσουμε, όσο μπορούμε ακόμα», είπε βιαστικά η Μιν, πηδώντας από το τραπέζι. «Κάπου που να είμαστε μόνες. Μας συγχωρείτε».

Η Αβιέντα σηκώθηκε από το χαλί με μια κίνηση όλο χάρη και τακτοποίησε τη φούστα της. «Ναι. Η Μιν Φάρσοου κι εγώ πρέπει να μάθουμε η μία την άλλη». Έριξε μια διστακτική ματιά προς το μέρος της Μιν, έσιαξε την εσάρπα της κι έφυγαν πιασμένες από το μπράτσο.

Ο Ραντ τις κοιτούσε επιφυλακτικά, λες κι ήξερε πως ήταν κανονισμένο να φύγουν. Ένας λύκος στριμωγμένος στη γωνία. Ωστόσο, εκείνες οι χρυσές φλέβες εξακολουθούσαν να λάμπουν μέσα στο κεφάλι της.

«Υπάρχει κάτι που εκείνες έχουν πάρει από εσένα, μα εγώ όχι», άρχισε να λέει η Ηλαίην, αλλά πνίγηκε. Ένα αναψοκοκκίνισμα φούντωσε το πρόσωπό της. Αίμα και στάχτες! Πώς τα κατάφερναν οι άλλες γυναίκες σε αυτό το θέμα; Προσεκτικά, αναλογίστηκε όλο αυτόν τον συρφετό των αισθήσεων μέσα στο κεφάλι της που ανήκε στον Ραντ, και τον αντίστοιχο συρφετό που ανήκε στην Μπιργκίτε. Όσον αφορά στον δεύτερο, δεν υπήρχε η παραμικρή αλλαγή. Φαντάστηκε να τον τυλίγει σε ένα μαντίλι, που το έδενε σφιχτά, κι η Μπιργκίτε εξαφανίστηκε. Μόνο ο Ραντ υπήρχε πια, καθώς κι αυτές οι λαμπερές, χρυσές φλέβες. Αισθάνθηκε πεταλούδες μεγέθους λυκόσκυλου να πεταρίζουν μέσα στο στομάχι της. Ξεροκατάπιε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα χρειαστεί να με βοηθήσεις με αυτά τα κουμπιά», είπε με κάποια αστάθεια στη φωνή της. «Δεν μπορώ να βγάλω αυτό το φόρεμα μοναχή μου».

Οι δύο Φρουροί αναδεύτηκαν, μόλις η Μιν κι η Αελίτισσα έκαναν την εμφάνισή τους στον διάδρομο, και τινάχτηκαν όρθιες όταν, καθώς η Μιν έκλεινε την πόρτα, αντιλήφθηκαν πως δεν ήταν κανείς άλλος μαζί τους.

«Δεν είναι δυνατόν να έχει τόσο άσχημο γούστο», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η ογκώδης και νυσταγμένη γυναίκα, με τις παλάμες σφιγμένες γύρω από το μακρόστενο ρόπαλο της. Η Μιν πίστευε πως τα λόγια της δεν προοριζόταν για να τα ακούσει κανείς.

«Υπερβολικό θάρρος αλλά κι υπερβολική αφέλεια», γρύλισε η λεπτόκορμη αντρογυναίκα. «Η Στρατηγός μάς προειδοποίησε». Ακούμπησε ένα γαντοφορεμένο χέρι στο μάνταλο με τη λεοντοκεφαλή.

«Μπες μέσα, και θα σε γδάρει και σένα», είπε χαρωπά η Μιν. «Την έχεις δει ποτέ στις κακές της; Θα έκανε κι αρκούδα να κλάψει!»

Η Αβιέντα ελευθέρωσε το μπράτσο της από αυτό της Μιν κι απομακρύνθηκε σε κάποια απόσταση, κατσουφιάζοντας προς τη μεριά των Φρουρών. «Αμφιβάλλετε ότι η αδελφή μου μπορεί να τα βγάλει πέρα με έναν άντρα; Είναι Άες Σεντάι με καρδιά λιονταριού. Κι εσείς έχετε ορκιστεί να την ακολουθείτε! Θα είστε πάντα κοντά της και δεν θα ξεφυτρώνετε εκεί όπου δεν σας σπέρνουν».

Οι γυναίκες Φρουροί αντάλλαξαν μια παρατεταμένη ματιά κι η βαρύτερη γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους της. Η άλλη, η νευρώδης, έκανε μια γκριμάτσα και πήρε το χέρι της από το πόμολο της πόρτας. «Έχω ορκιστεί να φυλάω τη ζωή αυτού του κοριτσιού», είπε με τραχιά φωνή, «και θα το κάνω. Εσείς, κοριτσόπουλα, πηγαίνετε να παίξετε με τις κούκλες σας, κι αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου».

Η Μιν σκέφτηκε να τραβήξει το μαχαίρι της και να επιδοθεί σι: κάποιες από αυτές τις επιδεικτικές πιρουέτες με τα δάχτυλα, που της είχε διδάξει ο Θομ Μέριλιν. Έτσι, για να τους δείξει ποια απ’ όλες ήταν το κοριτσόπουλο. Η λυγερόκορμη γυναίκα δεν ήταν νέα, αλλά δεν είχε γκρίζα μαλλιά κι έμοιαζε αρκετά δυνατή και γρήγορη. Η Μιν ήθελε να πιστεύει πως ο όγκος της άλλης γυναίκας αποτελούνταν κυρίως από λίπος, αλλά δεν ήταν σίγουρη. Δεν μπορούσε να δει γύρω τους ούτε εικόνα ούτε αύρα, αλλά καμιά τους δεν έμοιαζε φοβισμένη στο ελάχιστο να κάνει αυτό που θεωρούσε απαραίτητο. Τέλος πάντων, αν μη τι άλλο, είχαν αφήσει στην ησυχία τους την Ηλαίην και τον Ραντ. Ίσως, τελικά, να μην ήταν αναγκαίο εκείνο το μαχαίρι.