Με την άκρη του ματιού της παρατήρησε την Αελίτισσα να αφήνει απρόθυμα το χέρι της να πέσει από τη ζώνη του μαχαιριού της. Αν η γυναίκα δεν σταματούσε να τη μιμείται κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα άρχιζε να πιστεύει ότι υπήρχε και κάτι άλλο πίσω από αυτές τις κατεργαριές με τη Δύναμη, κάτι που δεν της το είχαν αναφέρει κι είχε ξεκινήσει πριν ακόμα εφαρμοστούν όλα αυτά τα κόλπα. Ίσως, τελικά, να έκαναν παρόμοιες σκέψεις, κάτι ιδιαίτερα ενοχλητικό ως ιδέα. Μα το Φως, όλα όσα τους είπε σχετικά με το ότι θα παντρευόταν και τις τρεις τους ήταν ωραία και καλά, αλλά ποία απ’ όλες θα παντρευόταν στην πραγματικότητα;
«Η Ηλαίην είναι θαρραλέα», είπε στις Φρουρούς. «Τόσο θαρραλέα όσο οποιοσδήποτε απ’ όσους έχω συναντήσει. Και δεν είναι χαζή. Αν νομίζετε ότι είναι, θα διαπιστώσετε σύντομα το λάθος σας». Την κοιτούσαν αφ’ υψηλού, με την υπεροχή που τους έδινε η διαφορά των δεκαπέντε ή είκοσι χρόνων, ακλόνητες, ατάραχες κι αποφασισμένες. Σε ένα λεπτό θα της έλεγαν, για άλλη μια φορά, ότι έπρεπε να φύγει. «Λοιπόν, αν πρόκειται να συζητήσουμε, δεν γίνεται να στεκόμαστε εδώ, έτσι δεν είναι Αβιέντα;»
«Όχι», αποκρίθηκε η Αελίτισσα με σφιγμένη φωνή και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, εξακολουθώντας να αγριοκοιτάζει τις Φρουρούς. «Δεν γίνεται να στεκόμαστε εδώ».
Οι Φρουροί δεν έδωσαν την παραμικρή σημασία στην αναχώρησή τους. Έπρεπε να ασχοληθούν με τις δουλειές τους, οι οποίες δεν είχαν καμιά σχέση με την παρακολούθηση των φίλων της Ηλαίην. Η Μιν ήλπιζε να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Δεν είναι διόλου ανόητη, σκέφτηκε. Απλά, μερικές φορές αφήνει το θάρρος της να την παρασύρει. Ήλπιζε πως δεν θα άφηναν την Ηλαίην να μπει σε μπελάδες, από τους οποίους δεν θα ξέμπλεκε ποτέ.
Άρχισε να βαδίζει κατά μήκος του διαδρόμου, λοξοκοιτώντας την Αελίτισσα. Η Αβιέντα προχωρούσε με δρασκελιές όσο πιο μακριά της γινόταν, παραμένοντας στον ίδιο διάδρομο. Χωρίς να ρίξει την παραμικρή ματιά προς τη μεριά της Μιν, τράβηξε ένα φιλντισένιο βραχιόλι γεμάτο σκαλίσματα από το πουγκί της ζώνης της και το τοποθέτησε στον αριστερό της καρπό, ενώ ένα αδιόρατο χαμόγελο ικανοποίησης διαγραφόταν στα χείλη της. Εξ αρχής την απασχολούσε κάτι, κι η Μιν δεν καταλάβαινε τον λόγο. Υποτίθεται ότι οι Αελίτισσες συνήθιζαν να μοιράζονται τον ίδιο άντρα, κάτι που δεν ίσχυε ούτε στο ελάχιστο για την ίδια. Απλώς αγαπούσε τόσο πολύ τον Ραντ, ώστε μπορούσε ακόμη και να τον μοιραστεί, κι η Ηλαίην ήταν ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο με τον οποίο θα συναινούσε σε κάτι τέτοιο. Ένιωθε τόσο οικεία μαζί της, που δεν το έβλεπε καν σαν μοιρασιά. Αυτή εδώ η Αελίτισσα, ωστόσο, ήταν μια ξένη. Η Ηλαίην είχε πει ότι ήταν πολύ σημαντικό να γνωριστούν μεταξύ τους, αλλά πώς θα γινόταν κάτι τέτοιο, αφού η γυναίκα δεν της μιλούσε;
Πάντως, δεν ασχολήθηκε για πολλή ώρα με το θέμα της Ηλαίην ή της Αβιέντα. Μες στο μυαλό της είχε θαυμαστά πράγματα, κι ένα από αυτά ήταν ο ίδιος ο Ραντ. Μια μικρή σφαίρα που της έλεγε τα πάντα γι’ αυτόν. Ήταν σίγουρη πως το όλο θέμα θα αποτύγχανε, για εκείνη τουλάχιστον. Πώς θα ήταν να κάνει έρωτα μαζί του έπειτα απ’ όλα αυτά, από τη στιγμή που θα γνώριζε τα πάντα; Μα το Φως! Φυσικά, κι εκείνος θα γνώριζε τα πάντα γι’ αυτήν. Δεν ήταν διόλου σίγουρη για το πώς θα ένιωθε!
Συνειδητοποίησε ξαφνικά πως όλο αυτό το κουβάρι συναισθημάτων κι αισθήσεων δεν ήταν πια το ίδιο όπως αρχικά. Υπήρχε κάτι σαν... κόκκινος βρυχηθμός... σαν μαινόμενη πυρκαγιά από ένα τσακμάκι που πετάχτηκε σε ένα κατάξερο δάσος. Τι στο καλό...; Μα το Φως! Σκόνταψε και λίγο έλειψε να πέσει κάτω σαν κουβάρι. Αν ήξερε ότι αυτό το καμίνι, αυτή η μανιασμένη πείνα, υπήρχε μέσα του, θα φοβόταν ακόμα και να τον αφήσει να την αγγίξει! Από την άλλη... Δεν ήταν καθόλου κακό αν ήξερε πως η ίδια είχε ανάψει τη σπίθα αυτής της κόλασης. Ανυπομονούσε να δει κατά πόσον θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα όπως... Σκόνταψε ξανά, κι αυτή τη φορά χρειάστηκε να πιαστεί από μια περίτεχνα σκαλιστή, ψηλή κασέλα. Ω, Φως μου! Ηλαίην! Το πρόσωπό της έκαιγε σαν φούρνος. Ήταν σαν να κρυφοκοιτάζει από τις κουρτίνες του κρεβατιού!
Προσπάθησε βιαστικά να δοκιμάσει το κόλπο που της είχε πει η Ηλαίην, να φανταστεί δηλαδή αυτή τη σφαίρα των συναισθημάτων δεμένη μέσα σε ένα μαντίλι. Κανένα αποτέλκομα. Φρενιασμένη, προσπάθησε ξανά, αλλά η λυσσασμένη φωτιά παρέμενε! Έπρεπε να σταματήσει να την κοιτάει, να σταματήσει να τη νιώθει. Κάτι άλλο έπρεπε να της τραβήξει την προσοχή! Οτιδήποτε! Μια ιδέα ήταν να αρχίσει να μιλάει.