«Έπρεπε να έχει πιει αυτό το τσάι με τα φύλλα σε σχήμα καρδιάς», άρχισε να φλυαρεί. Ποτέ της δεν ανέφερε τι έβλεπε, εκτός όσων περιλαμβάνονταν σε αυτό, και πάλι αν οι ίδιοι επιθυμούσαν να ακούσουν, αλλά ήταν αναγκαίο να πει κάτι. «Θα της αποφέρει παιδιά, δύο μάλιστα. Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, υγιέστατα και δυνατά».
«Η Ηλαίην θέλει να γεννήσει τα παιδιά του», μουρμούρισε η Αελίτισσα. Τα πρασινωπά μάτια της κοιτούσαν μπροστά κι είχε σφίξει το σαγόνι της. Ο ιδρώτας έφτιαχνε κόμπους πάνω στο μέτωπό της. «Προσωπικά, δεν πρόκειται να πιω το τσάι, αν...» Αναδεύτηκε και κοίταξε τη Μιν συνοφρυωμένη, από την άλλη άκρη του διαδρόμου. «Η αδελφή μου κι οι Σοφές μου μίλησαν για σένα. Όντως βλέπεις διάφορα πράγματα για ανθρώπους, που βγαίνουν αληθινά;»
«Κάποιες φορές ναι, κι αν γνωρίζω το νόημά τους, τότε συμβαίνουν και στην πραγματικότητα», αποκρίθηκε η Μιν. Είχαν υψώσει τον τόνο της φωνής τους, για να ακούγονται, και τα λόγια τους μεταφέρονταν από τη μία μεριά του διαδρόμου στην άλλη. Υπηρέτες με ερυθρόλευκες λιβρέες στράφηκαν να τις κοιτάξουν. Η Μιν προχώρησε στο κέντρο του διαδρόμου. Θα συναντούσε την άλλη γυναίκα κάπου στο μέσον. Ένα λεπτό αργότερα, η Αβιέντα ήρθε κοντά της.
Η Μιν αναρωτήθηκε αν έπρεπε να της πει τι είδε όταν ήταν όλες μαζεμένες. Ίσως να ήταν η Αβιέντα αυτή που θα κουβαλούσε στην κοιλιά της τα μωρά του Ραντ. Τέσσερα, μάλιστα! Ωστόσο, κάτι περίεργο υπήρχε εδώ. Τα μωρά θα ήταν υγιή, αλλά κάτι παράξενο συνέβαινε. Συχνά, δεν αρέσει στους ανθρώπους να ακούνε το μέλλον τους, ακόμα κι όταν ισχυρίζονται πως θέλουν. Μακάρι να υπήρχε κάποιος να της πει αν το ήθελε κι η ίδια...
Περπατούσαν σιωπηλές, κι η Αβιέντα σκούπισε με τα δάχτυλά της τον ιδρώτα από το πρόσωπό της και ξεροκατάπιε. Η Μιν ξεροκατάπιε κι αυτή. Όλα όσα αισθανόταν ο Ραντ, υπήρχαν μαζεμένα σε αυτή τη σφαίρα. Όλα!
«Ούτε σε εσένα δούλεψε το κόλπο με το μαντίλι, ε;» ρώτησε με βραχνή φωνή.
Η Αβιέντα βλεφάρισε, κι ένα αναψοκοκκίνισμα έβαψε το πρόσωπό της. Μια στιγμή αργότερα, είπε: «Είμαι καλύτερα τώρα. Σε ευχαριστώ. Με αυτόν διαρκώς στο μυαλό μου, το ξέχασα». Την κοίταξε βλοσυρά. «Δεν δούλεψε για εσένα;»
Η Μιν κούνησε το κεφάλι της απελπισμένη. Αυτό κι αν ήταν απρέπεια! «Η συζήτηση με βοηθάει, πάντως». Αν ήθελε να έχει ελπίδες να λειτουργήσει αυτό το παράδοξο σχέδιο, έπρεπε απαραιτήτως να γίνει φίλη με αυτή τη γυναίκα. «Λυπάμαι για όσα είπα. Δεν ξέρω πολλά σχετικά με τα έθιμά σας. Υπάρχει κάτι σε αυτόν τον άνθρωπο, που με κάνει αναιδή. Δεν ελέγχω τα λόγια μου. Αλλά μη νομίζεις πως θα σου δώσω το δικαίωμα να με χτυπήσεις ή να με χαράξεις. Μπορεί να έχω τοχ, αλλά πρέπει να βρεθεί άλλος τρόπος. Σε πρώτη ευκαιρία, θα μπορούσα κάλλιστα να περιποιηθώ το άλογό σου».
«Είσαι υπερήφανη, όπως ακριβώς κι η αδελφή μου», μουρμούρισε η Αβιέντα συνοφρυωμένη. Τι εννοούσε με αυτό; «Έχεις, επίσης, καλή αίσθηση του χιούμορ». Έμοιαζε λες και μιλούσε στον εαυτό της. «Δεν κορόιδεψες τον εαυτό σου για τον Ραντ και την Ηλαίην, όπως οι περισσότερες υδρόβιες. Άσε που μου θυμίζεις...» Αναστέναξε και τίναξε το επώμιο πάνω στους ώμους της. «Ξέρω πού υπάρχει λίγο όοσκουαϊ. Αν είσαι πολύ μεθυσμένη για να σκεφτείς, τότε...» Σταμάτησε απότομα, ατενίζοντας την άλλη άκρη του διαδρόμου. «Όχι!» γρύλισε. «Όχι ακόμα!»
Μια φασματική μορφή, που έκανε τη Μιν να μείνει με το στόμα ανοικτό, ερχόταν προς το μέρος τους. Ο τρόμος έδιωξε κάθε σκέψη για τον Ραντ. Από διάφορα κουτσομπολιά ήξερε πως Στρατηγός των Φρουρών της Ηλαίην ήταν μια γυναίκα, η οποία τύγχανε και Πρόμαχος της Ηλαίην, αλλά τίποτα παραπάνω. Η γυναίκα ετούτη είχε μια πυκνή, περίτεχνη και χρυσαφιά πλεξούδα περασμένη πάνω από τον ένα ώμο του κοντού, κόκκινου πανωφοριού της με τον λευκό γιακά, ενώ το φαρδύ γαλάζιο παντελόνι της ήταν χωμένο μέσα σε μπότες με τακούνια ψηλά όσο της Μιν. Οι αύρες που χόρευαν γύρω της κι οι εικόνες που τρεμόπαιζαν ήταν περισσότερες απ’ όσες είχε δει ποτέ η Μιν, χιλιάδες ίσως, που αλληλοδιαδέχονταν η μία την άλλη. Η Πρόμαχος της Ηλαίην και Στρατηγός της Βασιλικής Φρουράς... τρίκλιζε... λιγάκι, λες κι ήταν ήδη υπό την επήρεια του όοσκουαϊ. Όσοι υπηρέτες την πρόσεξαν, αποφάσισαν να συνεχίσουν τη δουλειά τους σε κάποιο άλλο σημείο του Παλατιού, αφήνοντας τις τρεις τους μόνες στον διάδρομο. Η γυναίκα δεν έδειξε να προσέχει τη Μιν και την Αβιέντα, μέχρι που έπεσε σχεδόν επάνω τους.