Выбрать главу

«Τη βοήθησες, που να σε πάρει, έτσι;» γρύλισε, καρφώνοντας τα γυάλινα, γαλάζια της μάτια στην Αβιέντα. «Πρώτα χάνεται σαν ατμός από το μυαλό μου, κι έπειτα...!» Έτρεμε, αν κι ήταν ολοφάνερο πως είχε αυτοέλεγχο, αλλά ακόμα κι έτσι, ανάπνεε βαριά. Τα πόδια της έμοιαζαν να μη θέλουν να την κρατήσουν όρθια. Έγλειψε τα χείλη της, ξεροκατάπιε και συνέχισε θυμωμένη. «Που να καεί, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ αρκετά για να το αποτινάξω! Θα σου πω δυο λογάκια. Αν επιχειρεί να κάνει αυτό που νομίζω, θα την πιάσω από τα μαλλιά και θα τη σέρνω σε ολόκληρο το καταραμένο το Παλάτι, κι έπειτα θα της δώσω τόσο ξύλο, που δεν θα μπορεί να καθίσει για ένα μήνα! Τα ίδια θα πάθεις κι εσύ, ακόμα κι αν χρειαστεί να ξετρυπώσω διχαλόριζα για να τα καταφέρω!»

«Η πρωταδελφή μου είναι ώριμη γυναίκα, Μπιργκίτε Τραχέλιον», είπε επιθετικά η Αβιέντα. Παρά τον έντονο τόνο στη φωνή της, οι ώμοι της ήταν καμπουριασμένοι κι απέφευγε να συναντήσει το βλέμμα της άλλης. «Σταμάτα να μας μεταχειρίζεσαι σαν παιδιά!»

«Όταν συμπεριφερθεί ως ενήλικη, θα σταματήσω κι εγώ να σας συμπεριφέρομαι έτσι, αλλά δεν έχει κανένα δικαίωμα να κάνει αυτό το πράγμα μέσα στο κεφάλι μου. Κανένα!» Ξαφνικά, τα γυάλινα, γαλάζια μάτια της Μπιργκίτε γούρλωσαν. Το στόμα της γυναίκας με τα χρυσαφιά μαλλιά έχασκε ανοικτό, κι η ίδια θα σωριαζόταν στο πάτωμα, αν δεν την έπιαναν από τα χέρια η Μιν κι η Αβιέντα.

Κλείνοντας ερμητικά τα μάτια της, άφησε έναν λυγμό κι άρχισε να κλαψουρίζει. «Δύο μήνες!» Ελευθερώθηκε από τις δυο γυναίκες, σηκώθηκε και κάρφωσε την Αβιέντα με τα γαλανά της μάτια, πεντακάθαρα σαν νερό και σκληρά σαν πάγος. «Θωράκισε την εκ μέρους μου και θα σε απαλλάξω από το μερίδιό σου στην ποινή». Η κακόθυμη και γεμάτη αγανάκτηση ματιά της Αβιέντα εξαφανίστηκε.

«Είσαι η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο!» είπε η Μιν με κομμένη την ανάσα. Ήταν σίγουρη πριν ακόμα αναφωνήσει το όνομα η Αβιέντα. Δεν ήταν να απορεί κανείς που η Αελίτισσα συμπεριφερόταν σαν να φοβόταν πως οι απειλές θα έπαιρναν σάρκα κι οστά. Η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο! «Σε είδα στο Φάλμε!»

Η Μπιργκίτε αναπήδησε, λες και της είχαν τσιμπήσει τον πισινό, και κοίταξε τριγύρω βιαστικά. Μόλις συνειδητοποίησε ότι ήταν μόνες, χαλάρωσε. Κάπως, δηλαδή. Κοίταξε τη Μιν από την κορυφή έως τα νύχια. «Ό,τι κι αν είδες, η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο είναι νεκρή», είπε ορθά-κοφτά. «Λέγομαι Μπιργκίτε Τραχέλιον, τελεία και παύλα». Τα χείλη της συσπάστηκαν κάπως πικρόχολα για μια στιγμή. «Η καταραμένη Αρχόντισσα Μπιργκίτε Τραχέλιον, αν έχεις την καταραμένη καλοσύνη. Και να με πάρει και να με σηκώσει αν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Ποια νομίζεις ότι θα είσαι όταν γυρίσεις πίσω; Μήπως θα φιγουράρεις όλη την ώρα τα πόδια σου, σαν φτερωτή χορεύτρια;»

«Είμαι η Μιν Φάρσοου», αποκρίθηκε κοφτά η κοπέλα. Αυτή λοιπόν ήταν η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο, η ηρωίδα εκατοντάδων θρύλων; Μα, αυτή εδώ έβριζε! Και τι εννοούσε, όταν έλεγε ότι η Μπιργκίτε με το Ασημένιο Τόξο ήταν νεκρή; Αφού βρισκόταν μπροστά της με σάρκα κι οστά! Επιπλέον, όλο αυτό το πλήθος από εικόνες κι αύρες περνούσαν αστραπιαία από μπροστά της και δυσκολευόταν να τις δει καθαρά, αλλά ήταν σίγουρη πως απεικόνιζαν περισσότερες περιπέτειες απ’ όσες θα μπορούσε να ζήσει μια γυναίκα σε μια ζωή ολόκληρη. Παραδόξως, κάποιες από δαύτες συνδέονταν με έναν άσχημο άντρα, μεγαλύτερο από την ίδια, ενώ άλλες με έναν άσχημο άντρα κατά πολύ νεότερο· ωστόσο, η Μιν ήξερε καλά ότι επρόκειτο για το ίδιο άτομο. Θρύλος ή όχι, αυτή η ανωτερότητα που απέπνεε την εκνεύριζε αφόρητα. «Η Ηλαίην, η Αβιέντα κι εγώ μόλις δεσμευτήκαμε με έναν Πρόμαχο», είπε χωρίς δεύτερη σκέψη. «Κι αν η Ηλαίην το γιορτάζει λιγάκι, καλύτερα να το ξανασκεφτείς πριν ορμήσεις μέσα, αλλιώς θα βρεις τον μπελά σου».

Όλα αυτά ήταν αρκετά για να στρέψουν την προσοχή της και πάλι στον Ραντ. Αυτό το φλεγόμενο καμίνι εξακολουθούσε να είναι εκεί, χωρίς να έχει καταλαγιάσει ούτε στο ελάχιστο, αλλά, δόξα στο Φως, ο Ραντ δεν ήταν πια... Τα μάγουλά της αναψοκοκκίνισαν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε αφεθεί στην αγκαλιά του, που είχε νιώσει την ανάσα του στα ανακατωμένα κλινοσκεπάσματα, αλλά τώρα έμοιαζε σαν να παίρνει μάτι!

«Αυτόν;» είπε με μαλακή φωνή η Μπιργκίτε. «Μα το μανόγαλο σε κούπα! Θα μπορούσε να ερωτευτεί πορτοφολά ή αλογοκλέφτη, αλλά τόσο ανόητη είναι, που διάλεξε αυτόν. Απ’ όσο τον πήρε το μάτι μου, σε εκείνο το μέρος που ανέφερες, ο τύπος είναι τόσο όμορφος που δεν κάνει για καμιά γυναίκα. Όπως και να έχει, καλό είναι να μην το συνεχίσει».

«Δεν έχεις κανένα δικαίωμα!» επέμεινε η Αβιέντα με φωνή όλο νεύρο, κι η Μπιργκίτε αποφάσισε να φανεί υπομονετική. Γεμάτη ένταση μεν, υπομονετική δε.