«Μπορεί να είναι ευπρεπής σαν παρθένα από το Ταλμούρι, εκτός κι αν έπρεπε να βάλει το κεφάλι της στον τάκο, αλλά νομίζω πως θα καταναλώσει όλη της την ενέργεια στο να τον ξαποστείλει, κι ακόμη κι αν κάνει ό,τι έκανε, θα το ξεχάσει και θα επιστρέψει στο μυαλό μου. Δεν θα το περάσω δεύτερη καταραμένη φορά αυτό!» Έδειχνε αλαφιασμένη, έτοιμη να ξεχυθεί και να βρεθεί αντιμέτωπη με την Ηλαίην.
«Πες πως είναι αστείο», είπε η Αβιέντα ικετευτικά. Ικετευτικά! «Σου έκανε ένα αστείο, αυτό είναι όλο». Η Μπιργκίτε στράβωσε τα χείλη της, εκδηλώνοντας αυτό που σκεφτόταν.
«Υπάρχει ένα κόλπο, που μου δίδαξε η Ηλαίην», είπε η Μιν βιαστικά, πιάνοντας το μανίκι της Μπιργκίτε. «Με εμένα δεν δούλεψε, αλλά ίσως...» Δυστυχώς, από τη στιγμή που της είχε εξηγήσει...
«Είναι ακόμα εκεί», είπε δύστροπα η Μπιργκίτε ένα λεπτό αργότερα. «Φύγε από μπροστά μου, Μιν Φάρσοου», της είπε ελευθερώνοντας το μπράτσο της, «ειδάλλως...»
«Όοσκουαϊ!» υψώθηκε η απεγνωσμένη φωνή της Αβιέντα, η οποία έσφιγγε τα χέρια της! «Ξέρω πού υπάρχει όοσκουαϊ! Αν μεθύσεις...! Σε παρακαλώ, Μπιργκίτε! Σου δίνω τον λόγο μου ότι θα σε υπακούω όπως μια μαθητευομένη την κυρά της, αλλά σε παρακαλώ, μην τη διακόψεις! Μην την ντροπιάσεις τόσο πολύ!»
«Όοσκουαϊ;» συλλογίστηκε η Μπιργκίτε, τρίβοντας το σαγόνι της. «Μοιάζει με το μπράντυ αυτό; Χμμ. Μου φαίνεται πως το κορίτσι κοκκίνισε από ντροπή! Νομίζω πως παραείναι σεμνή, ξέρεις. Αστείο, είπες;» Ξαφνικά, μειδίασε κι άπλωσε τα χέρια της. «Για δείξε μου αυτό το όοσκουαϊ που λες, Αβιέντα. Δεν ξέρω για εσάς τις δύο, αλλά εγώ σκοπεύω να μεθύσω αρκετά, για να... για να... βγάλω τα ρούχα μου και να αρχίσω να χορεύω πάνω στο τραπέζι. Και πίνω το καταπέτασμα».
Η Μιν δεν κατάλαβε λέξη από όλα αυτά, ούτε καν γιατί η Αβιέντα κοίταξε την Μπιργκίτε κι άρχισε να γελάει σχετικά με το «περίφημο αστείο», αλλά ήταν σίγουρη γιατί είχε αναψοκοκκινίσει η Ηλαίην, αν όντως είχε συμβεί αυτό. Αυτή η σκληρή σφαίρα των συναισθημάτων μέσα στο κεφάλι της ήταν μια πυρκαγιά που είχε φουντώσει ξανά.
«Λοιπόν, πάμε να βρούμε αυτό το όοσκουαϊ;» είπε. «Θέλω να γίνω τύφλα στο μεθύσι, και γρήγορα!»
Όταν η Ηλαίην σηκώθηκε το επόμενο πρωινό, η κρεβατοκάμαρα ήταν παγωμένη, ένα ανάλαφρο χιόνι έπεφτε στο Κάεμλυν, κι ο Ραντ είχε φύγει, αν και παρέμενε μέσα στο κεφάλι της. Ας είναι. Χαμογέλασε αργά. Προς το παρόν, δεν υπήρχε πρόβλημα. Τεντώθηκε νωθρά κάτω από τα σκεπάσματα, θυμήθηκε τη χθεσινοβραδινή ξεγνοιασιά της —αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της μέρας, επίσης! Δεν πίστευε καν πως μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο!— και σκέφτηκε πως, κανονικά, έπρεπε να έχει κοκκινίσει από ντροπή! Ωστόσο, ήθελε πολύ να αισθανθεί ξεγνοιασιά παρέα με τον Ραντ, και δεν πίστευε πως θα ένιωθε ξανά ντροπή για οτιδήποτε είχε να κάνει με αυτόν.
Το καλύτερο, όμως, ήταν ότι της είχε αφήσει ένα δώρο. Μόλις ξύπνησε, είδε στο μαξιλάρι, δίπλα της, έναν χρυσό ανθισμένο κρίνο, με τις δροσοσταλίδες φρέσκες ακόμα πάνω στα φουντωτά του πέταλα. Αδυνατούσε να φανταστεί πού είχε βρει τέτοιο άνθος στην καρδιά του χειμώνα. Ωστόσο, ύφανε μια Συντήρηση ολόγυρά του και τον τοποθέτησε σε ένα παράπλευρο τραπεζάκι, για να τον αντικρίζει κάθε μέρα με το πρωινό ξύπνημα. Την ύφανση αυτή τής την είχε μάθει η Μογκέντιεν και μπορούσε να κρατήσει το άνθος νέο για πάντα, με τις δροσοσταλίδες να μην εξατμίζονται ποτέ, μια αέναη υπενθύμιση του άντρα στον οποίο είχε χαρίσει την καρδιά της.
Το πρωινό της όμως χάλασε, όταν πληροφορήθηκε πως η Αλίβια είχε εξαφανιστεί κατά τη διάρκεια της νύχτας. Το ζήτημα ήταν σοβαρό, και σίγουρα θα αναστάτωνε το Σόι. Η Ζάιντα ήταν ταραγμένη, αφού η Νυνάβε δεν είχε έρθει για το μάθημα με τις Άθα’αν Μιέρε, κι η Ηλαίην πληροφορήθηκε ότι είχε εξαφανιστεί μαζί με τον Λαν από το Παλάτι. Κανείς δεν ήξερε πότε και με ποιον τρόπο. Αρκετά αργότερα, έμαθε πως από τη συλλογή των ανγκριάλ και τερ’ανγκριάλ που είχαν φέρει από το Έμπου Νταρ, είχαν χαθεί τα πιο ισχυρά από τα τρία ανγκριάλ και κάμποσα άλλα τεμάχια. Ήταν σίγουρη πως μερικά από αυτά προορίζονταν για μια γυναίκα που περίμενε να της επιτεθούν ανά πάσα στιγμή με τη Μία Δύναμη. Κάτι που έκανε το βιαστικά γραμμένο με ορνιθοσκαλίσματα σημείωμα, που είχε αφήσει η Νυνάβε κρυμμένο ανάμεσα στα υπόλοιπα αντικείμενα, εξαιρετικά ανησυχητικό.
13
Χαρμόσυνα Νέα
Το λιακωτό στο παλάτι του Ήλιου ήταν κρύο, παρά τις φλόγες που βρυχώνταν στις δυο αντικριστές εστίες. Τα παχιά χαλιά κι η επικλινής γυάλινη οροφή με τις λεπτές χιονοσκέπαστες σανίδες, που άφηνε να περάσει το λαμπερό φως του πρωινού, δεν κατόρθωναν να περιορίσουν το κρύο, ωστόσο ο χώρος ήταν κατάλληλος για ακροάσεις. Η Κάντσουεϊν θεώρησε προτιμότερο να μην οικειοποιηθεί την αίθουσα του θρόνου. Μέχρι στιγμής, ο Άρχοντας Ντομπραίν είχε τηρήσει σιγή ιχθύος για την κράτηση της Κάραλαϊν Ντέημοντρεντ και του Ντάρλιν Σίσνερα εκ μέρους της —άλλωστε, δεν έβλεπε με ποιον άλλον τρόπο θα κατόρθωνε να εμποδίσει τις ίντριγκες τους— αλλά ίσως άρχιζε να αντιδρά, σε περίπτωση που η Κάντσουεϊν παρατραβούσε το σχοινί. Για την ίδια, βέβαια, δεν ήταν παρά ένα μικρό αγόρι που δεν σήκωνε πίεση, καθότι πιστός στους όρκους που είχε πάρει. Αν έριχνε μια ματιά στο παρελθόν της, θα ανακαλούσε αποτυχίες, για μερικές από τις οποίες είχε μετανιώσει πικρά, καθώς και λάθη που είχαν στοιχίσει ζωές, τώρα όμως δεν επιτρέπονταν ούτε λάθη ούτε αμέλειες. Ειδικά αμέλειες. Μα το Φως, ήθελε να δαγκώσει κάποιον!