«Απαιτώ την επιστροφή της Ανεμοσκόπου μου, Άες Σεντάι!» Η Χαρίνε ντιν Τογκάρα, ντυμένη με πράσινο χρυσοποίκιλτο μετάξι, στεκόταν ακίνητη μπροστά στην Κάντσουεϊν, με τα σαρκώδη χείλη της σφιγμένα. Παρότι το πρόσωπό της δεν είχε ρυτίδες, λευκές λωρίδες έστιζαν τα ίσια, μαύρα μαλλιά της. Ήταν Κυρά των Κυμάτων της φυλής της τα τελευταία δέκα χρόνια και διοικούσε ένα τεράστιο σκάφος από πολύ πιο πριν. Η Κυρά των Πανιών, η Ντέρα ντιν Σελάαν, μια νεότερη γυναίκα ντυμένη στα θαλασσιά, καθόταν σε μια καρέκλα τοποθετημένη προσεκτικά ένα βήμα πιο πίσω, σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες ευπρέπειας. Οι δυο τους έμοιαζαν εκπληκτικά με σκουρόχρωμες, εξοργισμένες, σκαλιστές φιγούρες, ενώ τα εξωτικά τους κοσμήματα πρόσθεταν κάτι παραπάνω σε αυτή την εντύπωση. Καμιά τους δεν έδωσε την παραμικρή προσοχή στον Έμπεν, όταν ο τελευταίος υποκλίθηκε και τους προσέφερε από τον δίσκο ασημένια κύπελλα με ζεστό, αρωματικό κρασί.
Το αγόρι φάνηκε να τα χάνει λιγάκι όταν οι προσκεκλημένες δεν δέχτηκαν το κέρασμα. Τις κοίταξε κάπως αβέβαια και βλοσυρά και παρέμεινε σκυφτός, μέχρι που η Ντάιγκιαν τον τράβηξε από το πορφυρό πανωφόρι και τον απομάκρυνε χαμογελώντας, σαν στραβομούτσουνη περιστέρα ντυμένη με σκούρο μπλε φόρεμα με άσπρες ρίγες. Ήταν μια λιγνή νεαρή με μεγάλη μύτη και τεράστια αυτιά. Δεν θα την έλεγες ευπαρουσίαστη, πόσω μάλλον χαριτωμένη, αλλά ήταν πολύ κτητική απέναντι του. Κάθισαν μαζί σε έναν πάγκο με μαξιλαράκια, μπροστά σε μία από τις δυο εστίες, κι άρχισαν να παίζουν ένα περίπλοκο παιχνίδι.
«Η αδελφή σου μας βοηθάει να μάθουμε τι συνέβη εκείνη την ατυχή μέρα», είπε ήρεμα και κάπως αφηρημένα η Κάντσουεϊν. Καταπίνοντας μια γουλιά αρωματικό κρασί, περίμενε τις αντιδράσεις τους, χωρίς να νοιάζεται για το αν διέκριναν ανυπομονησία στη φωνή της. Όσο κι αν γκρίνιαζε ο Ντομπραίν σχετικά με το πόσο αδύνατο ήταν να εκπληρώσουν τους όρους του απίστευτου αυτού παζαριού, που είχαν κάνει η Ραφέλα με τη Μεράνα εκ μέρους του νεαρού αλ’Θόρ, εξακολουθούσε να έχει την ικανότητα να τα βγάλει πέρα ο ίδιος με τις Θαλασσινές. Δεν μπορούσε να τους δώσει ούτε τη μισή προσοχή της. Ίσως έτσι ήταν καλύτερα και για τις ίδιες. Αν εστίαζε στις Άθα’αν Μιέρε, θα πιεζόταν πολύ για να μην τις λιώσει σαν έντομα, παρ’ όλο που δεν ήταν αυτές η πραγματική πηγή της απόγνωσης της.
Στην απέναντι μεριά του ηλιακού δωματίου από αυτήν που κάθονταν η Ντάιγκιαν με τον Έμπεν, υπήρχαν παραταγμένες πέντε αδελφές γύρω από μια εστία. Η Νεσούνε είχε έναν μεγάλο ξυλόδετο τόμο της βιβλιοθήκης του Παλατιού ανοιγμένο πάνω σε ένα αναλόγιο, μπροστά από την καρέκλα της. Όπως κι οι υπόλοιπες, φορούσε ένα απλό μάλλινο φόρεμα, που θα ταίριαζε πιότερο σε εμπόρισσα παρά σε Άες Σεντάι. Αν κάποια εξ αυτών στενοχωριόταν επειδή δεν φορούσε μετάξια ή γιατί δεν είχε χρήματα να τα αγοράσει, δεν το έδειχνε πάντως. Η Σαρίνε, με τις λεπτές και γεμάτες χάντρες πλεξούδες της, δούλευε ένα μεγάλο κέντημα, με τη βελόνα της να κεντάει τις μικροσκοπικές βελονιές ενός ακόμα λουλουδιού σε έναν ανθισμένο αγρό. Η Έριαν κι η Μπελντάινε έπαιζαν λίθους, ενώ η Έλζα τις παρακολουθούσε, περιμένοντας τη σειρά της να αντιμετωπίσει τη νικήτρια. Φαινομενικά, απολάμβαναν ένα νωχελικό πρωινό, χωρίς να νοιάζονται για τα προβλήματα του κόσμου. Ίσως καταλάβαιναν ότι ο λόγος που βρίσκονταν εδώ ήταν επειδή η Κάντσουεϊν επιθυμούσε να τις εξετάσει. Γιατί είχαν ορκιστεί πίστη σε αυτόν τον νεαρό, τον αλ’Θόρ; Η Κιρούνα κι οι άλλες, τουλάχιστον, τον είχαν ήδη ζήσει όταν αποφάσισαν να ορκιστούν. Ήταν έτοιμη να παραδεχτεί πως κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στην επιρροή ενός τα’βίρεν. Ετούτες εδώ οι πέντε, όμως, είχαν μετανιώσει σκληρά που τον απήγαγαν και αποφάσισαν να ορκιστούν στο όνομά του πριν ακόμα παρουσιαστούν μπροστά του. Αρχικά, η Κάντσουεϊν είχε την τάση να αποδέχεται τις διάφορες εξηγήσεις τους, αλλά εδώ και λίγες μέρες η τάση αυτή είχε δεχτεί πλήγματα. Ανησυχητικά πλήγματα.