«Ωραία», είπε η Χαρίνε, γέρνοντας πίσω με άνεση, αφού πλέον είχε το πάνω χέρι. Το χαμόγελό της ήταν αρρωστημένα αυτάρεσκο. «Θα μάθεις πως...»
«Δεν δίνω ούτε σύκο για τον Κοραμούρ σας», συνέχισε η Κάντσουεϊν, εξακολουθώντας να διατηρεί ήπιους τόνους. Θα έδινε όλα τα σύκα του κόσμου για τον Αναγεννημένο Δράκοντα, αλλά κανένα για τον Κοραμούρ. Ο τόνος της φωνής της δεν άλλαξε στο ελάχιστο. «Αν με ξαναγγίξεις δίχως να πάρεις άδεια, θα βάλω να σε γδύσουν, να σε μαστιγώσουν, να σε δέσουν και να σε πάνε τσουβαλιασμένη στο δωμάτιό σου». Τέλος πάντων, η διπλωματία δεν ήταν ποτέ το δυνατό της σημείο. «Αν δεν πάψεις να με ενοχλείς σχετικά με την αδελφή σου... θα θυμώσω για τα καλά». Σηκώθηκε όρθια, αγνοώντας τα αγανακτισμένα ξεφυσήματα της Θαλασσινής, που έχασκε με το στόμα ανοικτό, κι ύψωσε τη φωνή της, για να ακουστεί στην άλλη άκρη του δωματίου. «Σαρίνε!»
Η λυγερόκορμη Ταραμπονέζα έστρεψε το βλέμμα από το κέντημά της, με τις χάντρινες μπούκλες της να παράγουν έναν ξερό ήχο, κι έσπευσε στο πλευρό της Κάντσουεϊν, δίχως να διστάσει διόλου να υποκλιθεί, απλώνοντας γύρω τη σκούρα γκρίζα φούστα της. Οι Σοφές έπρεπε να τις διδάξουν να στέκονται σούζα όποτε μιλούσε μια Σοφή, αλλά ο λόγος που στέκονταν σούζα στην Κάντσουεϊν δεν είχε να κάνει μόνο με τα έθιμα. Πράγματι, υπήρχαν πολλά πλεονεκτήματα στο να έχεις δημισυργήθει έναν θρύλο γύρω από το όνομά σου, ειδικά όταν αυτός ο θρύλος ήταν απρόβλεπτος.
«Συνόδευσε αυτές τις δύο στα διαμερίσματά τους», πρόσταξε η Κάντσουεϊν. «Επιθυμούν να νηστέψουν και να διαλογιστούν κατ’ ιδίαν. Φρόντισε το. Αν ξεστομίσουν έστω και μία απαράδεκτη λέξη, δείρ’ τες. Αλλά να είσαι όσο πιο διπλωματική γίνεται».
Η Σαρίνε αναπήδησε ξαφνιασμένη, με το στόμα μισάνοικτο, λες κι ήθελε να διαμαρτυρηθεί για το παράλογο του πράγματος, αλλά μία και μοναδική ματιά προς τη μεριά της Κάντσουεϊν ήταν αρκετή για να την κάνει να στραφεί γοργά στις Άθα’αν Μιέρε, κάνοντάς τους νόημα να σηκωθούν.
Η Χαρίνε αναπήδησε, με το σκουρόχρωμο πρόσωπό της σκληρό και σκυθρωπό. Ωστόσο, πριν ακόμα προλάβει να προφέρει λέξη από το αναμφίβολα χειμαρρώδες κατηγορητήριό της, η Ντέρα την άγγιξε στο μπράτσο κι έγειρε προς το μέρος της, για να ψιθυρίσει κάτι στο βαρύ από τα σκουλαρίκια αυτί της, πίσω από το καλυμμένο με σκούρα τατουάζ χέρι της. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που είπε η Αρμενοκυρά, η Χαρίνε έκλεισε το στόμα της. Η έκφρασή της, βέβαια, δεν χαλάρωσε, αλλά έριξε μια ματιά στις αδελφές στην άλλη άκρη του δωματίου, και μια στιγμή αργότερα έκανε ένα κοφτό νεύμα προς τη Σαρίνε να προχωρήσει πρώτη. Μπορεί η Χαρίνε να προσποιούνταν ότι η απόφαση να φύγουν ήταν δική της, αλλά η Ντέρα την ακολουθούσε από τόσο κοντά, που ήταν σαν να οδηγούσε κοπάδι, ρίχνοντας ανήσυχες ματιές πάνω από τον ώμο της πριν κλείσει η πόρτα, αποκόβοντάς τες από τις υπόλοιπες.
Η Κάντσουεϊν σχεδόν μετάνιωσε που έδωσε αυτή την επιπόλαιη διαταγή. Η Σαρίνε θα έκανε ό,τι ακριβώς την είχε προστάξει. Οι γυναίκες των Θαλασσινών ήταν εκνευριστικές και, μέχρι στιγμής, άχρηστες. Έπρεπε να παραμερίσει τον εκνευρισμό, έτσι ώστε να μπορέσει να συγκεντρωθεί σε πιο σημαντικά ζητήματα κι, αν τυχόν διαπίστωνε ότι ίσως είχαν κάποια χρησιμότητα, θα έβρισκε τρόπο να τις χρησιμοποιήσει. Ήταν πολύ θυμωμένη μαζί τους για να νοιαστεί πώς θα γίνει αυτό, κι αν θα γίνει τώρα ή αργότερα. Όχι, ήταν θυμωμένη με το αγόρι, αλλά προς το παρόν αδυνατούσε να απλώσει χέρι επάνω του.
Δυσανασχετώντας έντονα, η Σορίλεα έπαψε να κοιτάει τη Σαρίνε και τις Άθα’αν Μιέρε να ξεμακραίνουν και κατηύθυνε τη σκυθρωπότητά της προς το μέρος των αδελφών που ήταν μαζεμένες στην άλλη άκρη του λιακωτού. Τα βραχιόλια κουδούνισαν πάνω στους καρπούς της καθώς τακτοποιούσε την εσάρπα. Άλλη μια γυναίκα με όχι πολύ καλή διάθεση. Οι Θαλασσινοί είχαν περίεργες απόψεις σχετικά με τους «βάρβαρους Αελίτες» —αν κι όχι πολύ πιο παράξενες από αυτές που είχε η Κάντσουεϊν, πριν συναντήσει τη Σορίλεα— κι η Σοφή δεν τους συμπαθούσε ούτε στο ελάχιστο.
Η Κάντσουεϊν έσπευσε κοντά της χαμογελώντας. Η Σορίλεα δεν ήταν από τις γυναίκες που θα σε πλησίαζαν εύκολα. Όλοι πίστευαν ότι είχαν γίνει φίλες —πράγμα που, όπως αντιλήφθηκε έκπληκτη, δεν απείχε πολύ από την αλήθεια— αλλά κανείς δεν γνώριζε για τη συμμαχία που είχαν συνάψει. Ο Έμπεν εμφανίστηκε κουβαλώντας έναν δίσκο, και φάνηκε μάλλον ανακουφισμένος όταν η γυναίκα ακούμπησε επάνω του το μισοάδειο κύπελλο.
«Αργά χθες βράδυ», είπε η Σορίλεα, καθώς το αγόρι με το πορφυρό πανωφόρι έσπευδε προς το μέρος της Ντάιγκιαν, «η Τσισάιν Νουρμπάια ζήτησε να υπηρετεί τον Καρ’α’κάρν». Η αποδοκιμασία ήταν βαριά στη φωνή της. «Πριν από το πρώτο φως της αυγής, το ίδιο ζήτησε κι η Ζανίν Πάβλαρα, έπειτα η Ινίνα Ντάρενχολντ και μετά η Βαϊέλ Κάμσα. Δεν επιτρεπόταν να μιλήσουν μεταξύ τους. Δεν υπήρχε κανενός είδους συνεννόηση. Αποδέχθηκα τις εκκλήσεις τους».