Выбрать главу

Τα μάτια της Βέριν σπίθισαν με καταπιεσμένη ευθυμία. «Οι Καιρχινές είναι κόσμιες και σεμνότυφες, Κάντσουεϊν, δημοσίως τουλάχιστον. Μπορεί να φέρονται ανόητα στα παρασκήνια, αλλά δεν θα παραδέχονταν καν ότι άγγιξαν τους συζύγους τους αν υπάρχει περίπτωση να κρυφακούει κάποιος! Σχεδόν εξίσου πουριτανές είναι κι οι Θαλασσινές. Αν μη τι άλλο, η Σάλον είναι παντρεμένη με έναν άντρα που το καθήκον τον καλεί σε διαφορετικά μέρη κάθε φορά, και η καταπάτηση των γαμήλιων όρκων θεωρείται σοβαρότατο έγκλημα. Παράβαση πειθαρχίας, απ’ ό,τι φαίνεται. Αν το ανακάλυπτε η αδελφή της, η Σάλον θα γινόταν... "Ανεμοσκόπος σε βάρκα", αυτά τα λόγια νομίζω πως χρησιμοποίησε».

Η Κάντσουεϊν ένιωσε τα στολίδια των μαλλιών της να πηγαίνουν πέρα-δώθε καθώς κουνούσε το κεφάλι της. Όταν οι δύο γυναίκες είχαν βρεθεί, αμέσως μετά την επίθεση στο Παλάτι, δεμένες και φιμωμένες κάτω από το κρεβάτι της Άιλιλ, υποπτεύθηκε πως θα γνώριζαν περισσότερα απ’ όσα παραδέχονταν για την επίθεση. Από τη στιγμή δε που αρνήθηκαν να πουν γιατί συναντιόνταν στα κρυφά, η Κάντσουεϊν βεβαιώθηκε οριστικά. Ίσως, μάλιστα, να ήταν αναμεμειγμένες με κάποιον τρόπο, παρ’ όλο που η επίθεση μάλλον ήταν δουλειά κάποιου αποστάτη Άσα’μαν. Πιθανού αποστάτη, δηλαδή. Τόσος χρόνος και κόπος για το τίποτα. Όχι ακριβώς για το τίποτα, αν εκείνες πάλευαν τόσο απεγνωσμένα να κρατήσουν μυστικά.

«Συνόδευσε την Αρχόντισσα Άιλιλ στα διαμερίσματά της, Βέριν, ζητώντας της συγγνώμη για τη μεταχείριση που είχε. Διαβεβαίωσέ τη... διακριτικά... ότι δεν πρόκειται να διαρρεύσει το παραμικρό. Φρόντισε να είναι όσο πιο διακριτική γίνεται αυτή η διαβεβαίωση. Θα ήθελα, δε, να επιμείνεις πως καλό θα ήταν να πληροφορούμαι πρώτη απ’ όλους οτιδήποτε ακούει σχετικά με τον αδελφό της». Ο εκβιασμός ήταν ένα εργαλείο που δεν της άρεσε καθόλου να χρησιμοποιεί, αλλά το είχε ήδη χρησιμοποιήσει στους τρεις Άσα’μαν, ο δε Τόραμ Ριάτιν ίσως προκαλούσε καινούργια προβλήματα παρ’ όλο που η επανάστασή του έμοιαζε να έχει εξατμιστεί. Στην πραγματικότητα, δεν έδινε δεκάρα ποιος καθόταν στον Θρόνο του Ήλιου, ωστόσο οι δολοπλοκίες κι οι ίντριγκες όσων θεωρούσαν τους θρόνους κάτι ιδιαίτερα σημαντικό παρεμβάλλονταν συχνά και σε σπουδαιότερα ζητήματα.

Η Βέριν χαμογέλασε, κι ο κότσος της αναπήδησε καθώς ένευε. «Ω, ναι, πιστεύω πως είναι πολύ καλή ιδέα, ειδικά από τη στιγμή που αντιπαθεί τόσο πολύ τον αδελφό της. Να υποθέσω πως ισχύει το ίδιο και για τη Σάλον; Αν και, μάλλον θα ήθελες να είσαι ενήμερη για όσα συμβαίνουν μεταξύ των Άθα’αν Μιέρε, έτσι; Δεν είμαι σίγουρη πόσο πρόθυμη είναι να προδώσει τη Χαρίνε, ασχέτως συνεπειών».

«Θα προδώσει όποιον επιθυμώ εγώ να προδώσει», είπε αυστηρά η Κάντσουεϊν. «Κράτα τη μέχρι αύριο, αργά». Δεν έπρεπε ούτε για μια στιγμή να περάσει από το μυαλό της Χαρίνε η σκέψη πως οι απαιτήσεις της θα ικανοποιούνταν. Οι θαλασσινοί δεν ήταν παρά ένα ακόμα εργαλείο που θα χρησιμοποιούσε πάνω στο αγόρι, τίποτα παραπάνω. Έπρεπε να βλέπει τα πάντα υπό αυτή τη σκοπιά, πλέον.

Λίγο πιο πέρα από τη Βέριν, η Κόρελε γλίστρησε στο λιακωτό κι έκλεισε προσεκτικά την πόρτα πίσω της, λες κι ήλπιζε να μην ενοχλήσει κανέναν. Δεν το συνήθιζε αυτό. Λεπτή σαν αγόρι, με πυκνά μαύρα φρύδια και μια αφάνα στιλπνών μαύρων μαλλιών που έπεφταν μέχρι τη μέση της και της προσέδιδαν μια αγριωπή εμφάνιση, ανεξάρτητα από το πόσο καλοφτιαγμένα ήταν τα ρούχα της, η Κίτρινη αδελφή έδινε περισσότερο την εντύπωση γυναίκας που θα ορμούσε γελαστή μέσα στο δωμάτιο. Τρίβοντας την άκρη της ανασηκωμένης μύτης της, κοίταξε διστακτικά την Κάντσουεϊν, ενώ η συνηθισμένη σπίθα ήταν ανύπαρκτη τώρα στα θαλασσιά της μάτια.

Η Κάντσουεϊν έκανε μια επιτακτική χειρονομία προς το μέρος της κι η Κόρελε πήρε μια βαθιά ανάσα και περπάτησε ανάλαφρα πάνω στα κιλίμια αδράχνοντας και με τα δύο χέρια τη γαλάζια φούστα της με τις κίτρινες ρίγες. Ρίχνοντας μια ματιά στις αδελφές που ήταν μαζεμένες γύρω από τη Σορίλεα, στην αντικριστή μεριά του δωματίου, και στην Ντάιγκιαν, που έπαιζε με τον Έμπεν απέναντι, μίλησε με φωνή απαλή, που απηχούσε τη μελωδική προφορά του Μουράντυ.

«Σου φέρνω χαρμόσυνα νέα, Κάντσουεϊν». Κρίνοντας από τον τρόπο που μιλούσε, δεν ήταν διόλου σίγουρη πόσο χαρμόσυνα ήταν. «Γνωρίζω πολύ καλά ότι μου είπες να κρατήσω απασχολημένο τον Ντάμερ εδώ, στο Παλάτι, αλλά εκείνος επέμενε να ρίξει μια ματιά στις αδελφές που βρίσκονταν στο Αελίτικο στρατόπεδο. Όσο ήπιος κι αν είναι ως χαρακτήρας, γίνεται εξαιρετικά επίμονος όταν θέλει, και σίγουρος ότι τα πάντα μπορούν να Θεραπευτούν. Λοιπόν, έφυγε, κι όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, Θεράπευσε την Ιργκαίην, λες κι η γυναίκα δεν είχε ποτέ...» Κοντοστάθηκε, ανίκανη να προφέρει τη λέξη, κι η πρόταση της έμεινε να αιωρείται στον αέρα, ακινητοποιημένη.