Выбрать главу

«Θαυμάσια νέα», είπε στεγνά η Κάντσουεϊν. Ήταν, πράγματι. Κάθε αδελφή κουβαλούσε βαθιά μέσα της τον φόβο μήπως αποκοπεί από τη Δύναμη. Και τώρα, είχε ανακαλυφθεί ένας τρόπος να Θεραπεύεται αυτό που θεωρούνταν Αθεράπευτο. Από άντρα. Σίγουρα θα χύνονταν δάκρυα και θα υπήρχαν αντεγκλήσεις πριν εφαρμοστεί κάτι τέτοιο. Όπως και να έχει, όμως, ασχέτως του αν κάθε αδελφή θεωρούσε  την ανακάλυψη  αυτή κοσμοϊστορικής σημασίας —αφού, μάλιστα, αφορούσε σε άντρα!— συγκρινόμενη με τον Ραντ αλ’Θόρ, δεν ήταν παρά μια θύελλα σε φλιτζάνι του τσαγιού. «Να υποθέσω πως προσφέρεται να τιμωρηθεί όπως κι οι υπόλοιπες;»

«Δεν θα χρειαστεί», είπε η Βέριν αφηρημένα. Κοιτούσε βλοσυρά μια κηλίδα μελανιού πάνω στο δάχτυλο της, αλλά έμοιαζε προσηλωμένη σε κάτι πολύ πιο μακριά. «Οι Σοφές αποφάσισαν προφανώς πως ο Ραντ τιμώρησε ικανοποιητικά την Ιργκαίην και τις άλλες δύο όταν έκανε... αυτό που έκανε. Κι ενώ ταυτόχρονα συμπεριφέρονταν στις υπόλοιπες σαν άχρηστα ζώα, πάσχιζαν να διατηρήσουν αυτές τις τρεις ζωντανές. Τα κουτσομπολιά λένε πως η Ρονάιλε βρήκε σύζυγο».

«Η Ιργκαίην ξέρει τα πάντα για τους όρκους που πήραν οι υπόλοιπες». Ο τόνος στη φωνή της Κόρελε έδειχνε έκπληξη. «Άρχισε να οδύρεται για τον χαμό των Προμάχων της με το που ο Ντάμερ τελείωσε μαζί της, αλλά έτοιμη είναι να ορκιστεί κι αυτή. Το θέμα είναι ότι ο Ντάμερ θέλει να δοκιμάσει το ίδιο πράγμα στη Σασέιλ και στη Ρονάιλε, επίσης». Παραδόξως, σηκώθηκε σχεδόν προκλητικά. Ανέκαθεν ήταν αλαζονική, όσο κι οποιαδήποτε Κίτρινη, αλλά πάντα είχε επίγνωση της θέσης της απέναντι στην Κάντσουεϊν. «Δεν βλέπω για ποιο λόγο να αφήνουμε μια αδελφή σε αυτή την κατάσταση όταν υπάρχει λύση, Κάντσουεϊν. Θέλω να αφήσω τον Ντάμερ να τις δοκιμάσει».

«Φυσικά, Κόρελε». Φαίνεται πως η επιμονή του Ντάμερ είχε αρχίσει να επιδρά επάνω της. Η Κάντσουεϊν δεν ήθελε να δώσει συνέχεια, αρκεί το πράγμα να μην πήγαινε πολύ μακριά. Είχε αρχίσει να μαζεύει γύρω της έμπιστες αδελφές, όσες ήταν μαζί της εδώ αλλά κι άλλες, από τη μέρα που πρωτοάκουσε για τα παράξενα γεγονότα στο Σίναρ —οι πράκτορές της παρακολουθούσαν τη Σιουάν Σάντσε και τη Μουαραίν Ντέημοντρεντ επί χρόνια, χωρίς να έχουν μάθει τίποτα χρήσιμο έως εκείνη τη στιγμή— αλλά το γεγονός ότι τις εμπιστευόταν δεν σήμαινε αναγκαστικά ότι θα τις άφηνε να κάνουν ό,τι θέλουν. Διακυβεύονταν πάρα πολλά. Όπως και να έχει όμως, δεν μπορούσε να αφήσει μια αδελφή σε αυτή την κατάσταση.

Η πόρτα άνοιξε απότομα κι ο Τζαχάρ μπήκε μέσα βιαστικός, με τα ασημένια καμπανάκια στις άκρες των μαύρων πλεξούδων του να κουδουνίζουν. Κεφάλια στράφηκαν να κοιτάξουν τον νεαρό με το καλοραμμένο μπλε πανωφόρι, που του είχε διαλέξει η Μερίς —ακόμα κι η Σορίλεα με τη Σαρίνε έμειναν αποσβολωμένες— αλλά τα λόγια που ξεχύθηκαν ορμητικά από το στόμα του απομάκρυναν τις σκέψεις ιού πόσο χαριτωμένο ήταν το μελαψό του πρόσωπο.

«Η Αλάνα έχασε τις αισθήσεις της, Κάντσουεϊν. Κατέρρευσε στον διάδρομο. Η Μερίς την πήγε στην κρεβατοκάμαρα και με έστειλε να σε βρω».

Αφού πέρασαν οι πρώτες κραυγές έκπληξης, η Κάντσουεϊν πήρε την Κόρελε και τη Σορίλεα —οι οποίες, φυσικά, δεν μπορούσαν να μείνουν πίσω— και διέταξε τον Τζαχάρ να τις οδηγήσει. Μαζί τους ήρθε κι η Βέριν, κι η Κάντσουεϊν δεν την σταμάτησε. Η Βέριν είχε τον τρόπο να διακρίνει κάτι εκεί που οι άλλοι δεν έβλεπαν τίποτα.

Οι υπηρέτες με τις μαύρες λιβρέες δεν είχαν ιδέα ποιος ή τι ήταν ο Τζαχάρ, αλλά παραμέρισαν ζωηρά, καθώς η Κάντσουεϊν περπατούσε γοργά ακριβώς πίσω του. Θα μπορούσε να τον προστάξει να κάνει πιο γρήγορα, αλλά σε αυτή την περίπτωση θα αναγκαζόταν να τρέχει ξοπίσω του. Πριν προχωρήσει πολύ, ένα κοντός άντρας με ξυρισμένο μέτωπο και με μαύρο πανωφόρι με οριζόντιες χρωματιστές ρίγες μπροστά ανέκοψε την πορεία της κι υποκλίθηκε. Η Κάντσουεϊν αναγκάστηκε να σταματήσει.

«Ευλογημένη η χάρη σου, Κάντσουεϊν Σεντάι», είπε ήρεμα. «Συγχώρα με που σε απασχολώ παρότι βιάζεσαι, αλλά θεώρησα καλό να σου αναφέρω πως η Αρχόντισσα Κάραλαϊν κι ο Υψηλός Άρχοντας Ντάρλιν δεν βρίσκονται πλέον στο παλάτι της Αρχόντισσας Άριλυν αλλά σε ένα ποταμόπλοιο με προορισμό το Δάκρυ. Φοβάμαι πως είναι αδύνατον πλέον να τους προλάβεις».

«Θα έμενες άφωνος αν ήξερες τι μπορώ να κάνω, Άρχοντα Ντομπραίν», αποκρίθηκε ψυχρά η γυναίκα. Έπρεπε να αφήσει τουλάχιστον μία αδελφή στο παλάτι της Άριλυν, αλλά θεώρησε σίγουρο ότι το ζευγάρι ήταν ασφαλές. «Καθόλου συνετό αυτό». Δεν αμφέβαλλε διόλου πως ήταν δική του δουλειά, αλλά, αντίθετα, είχε τις αμφιβολίες της κατά πόσον ο ίδιος είχε το τσαγανό να το παραδεχτεί. Δεν ήταν να απορεί κανείς που δεν την πίεσε σχετικά με αυτούς τους δύο.