Выбрать главу

Ο τόνος της φωνής της δεν έκανε καμιά εντύπωση στον άντρα. Αντιθέτως, τα λόγια του την έπιασαν εξαπίνης. «Ο Υψηλός Άρχοντας Ντάρλιν πρόκειται να γίνει Διαχειριστής στο Δάκρυ στο όνομα του Άρχοντα Δράκοντα, και θεωρήθηκε συνετό να φύγει από την περιοχή η Αρχόντισσα Κάραλαϊν. Αποποιήθηκε την εξέγερσή της και τη διεκδίκηση του Θρόνου του Ήλιου, αλλά ποτέ δεν ξέρεις ποιος θα προσπαθήσει να τη χρησιμοποιήσει. Αυτό που ίσως δεν φάνηκε συνετό, Κάντσουεϊν Σεντάι, ήταν να τους αφήσεις υπό την εποπτεία υπηρετών. Για όνομα του Φωτός, μην τους επιρρίψεις ευθύνες. Μπορεί να ήταν ικανοί να αποκρούσουν δύο... φιλοξενούμενους... αλλά όχι να συγκριθούν με τους οπλίτες μου».

Ο Τζαχάρ στηριζόταν πότε στο ένα πόδι και πότε στο άλλο, από την ανυπομονησία του να προχωρήσει. Η Μερίς ήταν πολύ αυστηρή. Η Κάντσουεϊν ανυπομονούσε να βρει την Αλάνα.

«Ελπίζω να έχεις την ίδια άποψη και του χρόνου», είπε η γυναίκα, κι ο Ντομπραίν απλώς υποκλίθηκε.

Η κρεβατοκάμαρα στην οποία είχαν μεταφέρει την Αλάνα ήταν η πλησιέστερη διαθέσιμη εκεί γύρω, και δεν ήταν μεγάλη. Φάνταζε, δε, ακόμα πιο μικρή εξαιτίας του σκούρου φατνώματος, που τόσο πολύ άρεσε στους Καιρχινούς. Μόλις μπήκαν όλοι, επικράτησε το αδιαχώρητο. Η Μερίς χτύπησε τα δάχτυλά της κι έδειξε ένα σημείο, ενώ ο Τζαχάρ αποσύρθηκε σε μια γωνία, κάτι που δεν βοήθησε ιδιαίτερα.

Η Αλάνα ήταν ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά και με τον Πρόμαχό της, τον Ίχβον, γονατισμένο πλάι της να τρίβει τον καρπό του χεριού της. «Μου φαίνεται πως φοβάται να ξυπνήσει», είπε ο ψηλός και λυγερόκορμος άντρας. «Δεν μοιάζει να έχει πάθει κάτι, αλλά φαίνεται να φοβάται».

Η Κόρελε τον παραμέρισε, έτσι ώστε να μπορέσει να κλείσει μέσα στις παλάμες της το κεφάλι της Αλάνα. Η λάμψη του σαϊντάρ κύκλωσε την Κίτρινη αδελφή κι η ύφανση της Θεραπείας κατακάθισε πάνω στην Αλάνα, αλλά η λιγνή Πράσινη ούτε καν αναδεύτηκε. Η Κόρελε έκανε πίσω, κουνώντας το κεφάλι της.

«Η ικανότητά μου στη Θεραπεία δεν είναι ίδια με τη δικιά σου, Κόρελε», είπε η Μερίς ξερά, «αλλά προσπάθησα». Παρά τα τόσα χρόνια, η Ταραμπονέζικη προφορά εξακολουθούσε να είναι έντονη στη φωνή της, αλλά τα μαύρα της μαλλιά ήταν αυστηρά τραβηγμένα πάνω από το αμείλικτο πρόσωπό της. Η Κάντσουεϊν την εμπιστευόταν ίσως περισσότερο από οποιανδήποτε άλλη. «Τι κάνουμε τώρα, Κάντσουεϊν;»

Η Σορίλεα απέμεινε να κοιτάει ανέκφραστη τη γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με τα χείλη της μια λεπτή γραμμή. Η Κάντσουεϊν αναρωτήθηκε αν επανεκτιμούσε τη συμμαχία τους. Η Βέριν κοιτούσε επίσης την Αλάνα κι έδειχνε απόλυτα τρομοκρατημένη. Η Κάντσουεϊν δεν πίστευε ότι μπορεί να υπάρχει κάτι που να τρομοκρατήθει τόσο πολύ τη Βέριν, μολονότι ένιωθε κι η ίδια ένα ρίγος τρόμου να τη διαπερνά. Αν έχανε την επαφή με το αγόρι...

«Θα κάτσουμε και θα την περιμένουμε να ξυπνήσει», είπε με ήρεμη φωνή. Άλλωστε, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε άλλο. Απολύτως τίποτα.

«Πού είναι αυτός;» γρύλισε ο Ντεμάντρεντ, ανοιγοκλείνοντας τις γροθιές του πίσω από την πλάτη του. Στεκόταν με τα πόδια σε διάσταση, συνειδητοποιώντας ότι κυριαρχούσε στον χώρο. Πάντα κυριαρχούσε, εξάλλου. Ακόμα κι έτσι όμως, ευχήθηκε να ήταν παρούσες η Σέμιραγκ ή η Μεσάνα. Η συμμαχία τους ήταν εύθραυστη —μία απλή συμφωνία, ότι δεν θα αλληλοεξοντώνονταν μέχρι να αφανιστούν οι άλλοι— ωστόσο, είχε κρατήσει όλο αυτόν τον καιρό. Η συνεργασία τους είχε ως αποτέλεσμα να ανατρέψουν τον έναν εχθρό μετά τον άλλον, οδηγώντας πολλούς στον θάνατο ή σε κάτι ακόμη χειρότερο. Για τη Σέμιραγκ όμως ήταν δύσκολο να παρευρίσκεται σε αυτές τις συναντήθεις, η δε Μεσάνα ήταν κάπως ντροπαλή τον τελευταίο καιρό. Αν σκόπευε να τερματίσει τη συμμαχία... «Ο αλ’Θόρ εμφανίστηκε σε πέντε πόλεις, συμπεριλαμβανομένου αυτού του καταραμένου μέρους στην Ερημιά, καθώς επίσης σε δώδεκα άλλες κωμοπόλεις, από τότε που εκείνοι οι τυφλοί ανόητοι —βλάκες, καλύτερα!— απέτυχαν στην Καιρχίν. Κι όλα αυτά, λαμβάνοντας υπ’ όψιν μονάχα τις υπάρχουσες αναφορές! Μόνο ο Μέγας Άρχων ξέρει τι άλλο έρπει προς το μέρος μας, είτε με άλογα, είτε με πρόβατα, είτε με οτιδήποτε άλλο σκαρφιστούν αυτοί οι βάρβαροι, για να μεταφέρουν ένα μήνυμα».

Η Γκρένταλ είχε επιλέξει το «σκηνικό», εφ’ όσον είχε φτάσει πρώτη, γεγονός που τον εκνεύριζε τρομερά. Τείχη με μεγάλο οπτικό πεδίο έκαναν το ραβδωτό ξύλινο πάτωμα να μοιάζει περικυκλωμένο από ένα δάσος γεμάτο με ολάνθιστες περικοκλάδες και χρωματιστά πουλιά που φτερούγιζαν τριγύρω. Ευχάριστες μυρωδιές κι απαλά κελαηδίσματα γέμιζαν την ατμόσφαιρα. Μόνο η αψίδα της εισόδου χαλούσε την ψευδαίσθηση. Για ποιο λόγο, άραγε, χρειαζόταν υπενθύμιση όσων είχαν χαθεί; Σύντομα θα μπορούσαν να φτιάξουν ένα αντίστοιχο τείχος από δόρατα εκτός του παλατιού, κοντά στο Σάγιολ Γκουλ. Όπως και να έχει, απ’ όσο θυμόταν ο Ντεμάντρεντ, η Γκρένταλ μισούσε οτιδήποτε σχετικό με τη φύση.