Ο Όσαν’γκαρ συνοφρυώθηκε στο άκουσμα των λέξεων «ηλίθιοι» και «τυφλοί ανόητοι», αλλά αυτό το συνηθισμένο, ρυτιδιασμένο πρόσωπο, που ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο με το οποίο είχε γεννηθεί, γρήγορα χαλάρωσε. Όπως και να τον έλεγαν, ήξερε πολύ καλά με ποιον τολμούσε να τα βάλει και με ποιον όχι. «Είναι θέμα τύχης», είπε ήρεμα, τρίβοντας τα ήδη στεγνά του χέρια. Παλιά συνήθεια. Ήταν ντυμένος σαν ηγεμόνας αυτής της Εποχής, ενώ το πανωφόρι του ήταν τόσο βαρύ από τα χρυσαφιά κεντήματα, ώστε σχεδόν έκρυβε το πορφυρό ύφασμα, κι οι μπότες είχαν κρόσσια από χρυσαφιούς θυσάνους. Οι δαντέλες γύρω από τον λαιμό και τα μανίκια του ήταν αρκετές για να ντύσουν ένα παιδάκι. Ο άντρας δεν γνώριζε τι σημαίνει υπερβολή. Αν δεν διέθετε συγκεκριμένες ικανότητες, δεν θα ανήκε στους Εκλεκτούς. Συνειδητοποιώντας τι έκανε με τα χέρια του, ο Όσαν’γκαρ άδραξε το ψηλό κρασοπότηρο από κουεντιγιάρ από το στρογγυλό τραπεζάκι, πλάι στο κάθισμα του, κι εισέπνευσε βαθιά το άρωμα του σκουρόχρωμου υγρού. «Είναι απλό. Μιλάμε για πιθανότητες», μουρμούρισε, πασχίζοντας να φανεί αδιάφορος. «Την επόμενη φορά, ή θα σκοτωθεί ή θα πιαστεί αιχμάλωτος. Η τύχη δεν θα τον προστατεύει για πάντα».
«Εξαρτάσαι από την τύχη;» Η Άραν’γκαρ είχε τεντώσει το κορμί της σε μια μακρόστενη, απλωτή καρέκλα, λες κι ήταν ξαπλωμένη σε ανάκλιντρο. Χαρίζοντας ένα μυστηριώδες χαμόγελο στον Όσαν’γκαρ, ανασήκωσε το ένα της πόδι, έτσι που το χώρισμα στην άλικη φούστα της αποκάλυψε τον γοφό της. Κάθε ανάσα της απειλούσε να ελευθερώσει τα χυμώδη στήθη της από το πορφυρό σατέν που τα συγκρατούσε. Όλες της οι ιδιομορφίες είχαν αλλάξει μόλις έγινε γυναίκα, όχι όμως κι ο πυρήνας που υπήρχε στο βάθος του θηλυκού της κορμιού. Ο Ντεμάντρεντ κάθε άλλο παρά περιφρονούσε τις ηδονές της σάρκας, αλλά θα ερχόταν κάποια μέρα που ο πόθος της θα την οδηγούσε στον τάφο. Κάτι που είχε ξανασυμβεί στο παρελθόν. Όχι ότι ο ίδιος θα θρηνούσε, φυσικά, ακόμα κι αν η επόμενη φορά ήταν η οριστική. «Ήσουν υπεύθυνος να τον παρακολουθείς, Όσαν’γκαρ», συνέχισε, κι η φωνή της έμοιαζε να χαϊδεύει κάθε συλλαβή που πρόφερε. «Εσύ κι ο Ντεμάντρεντ». Ο Όσαν’γκαρ μόρφασε, με τη γλώσσα του να πετάγεται μέσα-έξω από τα χείλη του, κι η γυναίκα γέλασε βραχνά. «Δικό μου καθήκον είναι...» Πίεσε τον αντίχειρα της στην άκρη του καθίσματος, λες και κάτι κάρφωνε εκεί, και γέλασε ξανά.
«Νομίζω πως θα έπρεπε να ανησυχείς περισσότερο, Άραν’γκαρ», μουρμούρισε η Γκρένταλ πάνω από το κρασί της. Έκρυβε την περιφρόνηση της όσο καλά έκρυβε η ημιδιαφανής ασημένια ομίχλη της στριθ εσθήτας της τις ώριμες καμπύλες της. «Κι εσύ, κι ο Όσαν’γκαρ, κι ο Ντεμάντρεντ κι ο Μοριντίν, όπου κι αν βρίσκεται. Ίσως θα έπρεπε να φοβάστε τόσο την επιτυχία, όσο και την αποτυχία του αλ’Θόρ».
Γελώντας, η Άραν’γκαρ έπιασε το χέρι της όρθιας γυναίκας. Τα πράσινα μάτια της σπίθιζαν. «Κι εσύ ίσως θα μπορούσες να εξηγήσεις καλύτερα τι εννοείς αν ήμασταν μόνες;»
Η εσθήτα της Γκρένταλ έγινε κατάμαυρη, σαν παραπέτασμα καπνού. Με μια χοντροκομμένη βρισιά, ελευθέρωσε απότομα το χέρι της κι απομακρύνθηκε από το κάθισμα. Η Άραν’γκαρ... χασκογέλασε.
«Τι θες να πεις;» ρώτησε κοφτά ο Όσαν’γκαρ, και σηκώθηκε με κόπο από την καρέκλα του. Με το που στάθηκε στα πόδια του, πήρε στάση επίσημου ομιλητή, αδράχνοντας το πέτο του, και ο τόνος της φωνής του έγινε σχεδόν δασκαλίστικος. «Κατ’ αρχάς, αγαπητή μου Γκρένταλ, αμφιβάλλω αν ακόμα κι εγώ θα μπορούσα να εφεύρω μια μέθοδο που θα εξάλειφε τη σκιά του Μεγάλου Άρχοντα από το σαϊντίν. Ο αλ’Θόρ είναι πρωτόγονος. Ό,τι κι αν προσπαθήσει να κάνει, θα αποδειχθεί ανεπαρκές, και, προσωπικά, πιστεύω πως δεν έχει ιδέα πώς να ξεκινήσει. Όπως και να έχει, όμως, θα τον αναγκάσουμε να πάψει τις προσπάθειές του, επειδή το προστάζει ο Μέγας Άρχων. Κατανοώ, ασφαλώς, πως σε περίπτωση αποτυχίας μας, αν κι εξαιρετικά απίθανη, θα καταληφθούμε από τον τρόμο της δυσαρέσκειας του Μεγάλου Άρχοντα, αλλά για ποιο λόγο θα πρέπει να φοβούνται ειδικά αυτοί που κατονόμασες;»
«Τυφλός όπως πάντα, ξερός όπως πάντα», μουρμούρισε η Γκρένταλ. Μόλις γαλήνεψε ξανά, η εσθήτα της έμοιαζε σαν καθαρή ομίχλη, αν και τώρα είχε γίνει κόκκινη. Ίσως να μην ήταν τόσο ήρεμη όσο προφασιζόταν. Ίσως, πάλι, να ήθελε να πιστέψουν ότι είχε επαρκή αυτοέλεγχο. Εκτός του στριθ, όλα τα υπόλοιπα στολίδια της ήταν σύγχρονα: τα σμαράγδια πάνω στα χρυσαφένια της μαλλιά, ένα τεράστιο ρουμπίνι που ταλαντευόταν ανάμεσα στα στήθη της, και τα περίτεχνα χρυσά βραχιόλια, περασμένα στους καρπούς των χεριών της. Υπήρχε όμως και κάτι παράξενο, που έκανε τον Ντεμάντρεντ να αναρωτιέται αν το είχε προσέξει κανείς άλλος. Ένα απλό χρυσό δαχτυλίδι στο μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού. Η απλοϊκότητα ποτέ δεν συμβάδιζε με την Γκρένταλ. «Αν ο νεαρός βρει τρόπο να εξαλείψει τη σκιά... Εσείς, που διαβιβάζετε μέσω του σαϊντίν, δεν θα χρειάζεστε πια την ειδική προστασία του Μεγάλου Άρχοντα. Άραγε, θα έχει εμπιστοσύνη στην... αφοσίωση σας;» Χαμογέλασε και ρούφηξε λίγο από το κρασί της.