Ο Όσαν’γκαρ δεν ανταπέδωσε το χαμόγελο. Το πρόσωπό του έγινε ωχρό, και πέρασε το χέρι του πάνω στο στόμα του. Η Άραν’γκαρ ανακάθισε στην άκρη του ντιβανιού, παύοντας πια να δείχνει αισθησιακή. Τα χέρια της, έτσι όπως τα είχε ακουμπήσει πάνω στα γόνατά της, έμοιαζαν με γαμψώνυχα, κι αγριοκοίταζε την Γκρένταλ, έτοιμη λες να χιμήξει στον λαιμό της.
Οι γροθιές του Ντεμάντρεντ ανοιγόκλειναν. Επιτέλους, τώρα έπαιζαν με ανοικτά χαρτιά. Ήλπιζε να σκοτώσει τον αλ’Θόρ, ή τουλάχιστον —σε περίπτωση που αποτύγχανε— να τον συλλάβει, πριν ξεπηδήσει αυτή η υποψία στο μυαλό του. Κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Δύναμης, πάνω από μια ντουζίνα Εκλεκτοί είχαν πεθάνει εξαιτίας της καχυποψίας του Μεγάλου Άρχοντα.
«Ο Μέγας Άρχων είναι σίγουρος για την πίστη σας», ανακοίνωσε ο Μοριντίν, προχωρώντας με δρασκελιές προς το μέρος τους λες κι ήταν ο ίδιος ο Μέγας Άρχων του Σκότους. Συχνά πίστευε ότι ήταν, κι η αγορίστικη έκφραση στο πρόσωπό του δεν είχε αλλάξει διόλου αυτή την εντύπωση. Παρά τα λόγια του, το πρόσωπο αυτό ήταν βλοσυρό, κι η διαρκής ζοφερότητά του έκανε το όνομά του, θάνατος, απόλυτα ταιριαστό.
«Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε, εκτός αν πάψει πια να είναι σίγουρος». Το κορίτσι, η Σιντέιν, τον ακολουθούσε κατά πόδας λες κι ήταν η μικρή του παλλακίδα με τα γκριζαρισμένα μαλλιά, το πλούσιο στήθος και τα κοκκινόμαυρα ρούχα. Για κάποιο λόγο, ο Μοριντίν είχε πάνω στον ώμο του έναν αρουραίο, η χλωμή μύτη του οποίου οσμιζόταν τον αέρα, και τα μαύρα του μάτια μελετούσαν επιφυλακτικά το δωμάτιο. Ίσως, πάλι, να μην υπήρχε συγκεκριμένος λόγος. Άλλωστε, το νεανικό προσωπείο δεν τον έκανε σοφότερο.
«Γιατί μας κάλεσες εδώ;» ρώτησε απαιτητικά ο Ντεμάντρεντ. «Έχω πάρα πολλά να κάνω, και καθόλου καιρό για ψιλοκουβέντα». Υποσυνείδητα, πάσχιζε να δείχνει ψηλότερος, αντάξιος σχεδόν του άλλου άντρα.
«Πάλι λείπει η Μεσάνα;» ρώτησε ο Μοριντίν, αντί απάντησης. «Κρίμα. Καλό θα ήταν να ακούσει όσα έχω να πω». Άδραξε τον αρουραίο από την ουρά, τον τράβηξε από τους ώμους του και τον παρακολουθούσε να κουνάει τα πόδια του μάταια. Εκτός από το ζωντανό, τίποτα άλλο δεν υπήρχε για τον άντρα. «Μικρά και φαινομενικά ασήμαντα, ζητήματα μπορούν να αποκτήσουν τεράστια σημασία», μουρμούρισε. «Αυτός ο αρουραίος, για παράδειγμα. Αν ο Ίσαμ θα ξετρυπώσει και θα σκοτώσει εκείνο το άλλο παράσιτο, τον Φάιν. Μια λέξη που θα ψιθυριστεί σε λάθος αυτί κι όχι στο σωστό. Μια πεταλούδα ανοιγοκλείνει τα φτερά της πάνω σε ένα κλωνάρι, και στην άλλη μεριά του κόσμου ένα βουνό σωριάζεται». Ξαφνικά, ο αρουραίος συσπάστηκε και προσπάθησε να βυθίσει τα δόντια του στον καρπό του άντρα. Με μια αδιάφορη κίνηση, ο Μοριντίν πέταξε το πλάσμα μακριά. Πριν ακόμα διαγράψει την τροχιά του στον αέρα, ξεπήδησε μια φλόγα, κάτι πιο ζεστό κι από φλόγα, κι ο αρουραίος χάθηκε. Ο Μοριντίν χαμογέλασε.
Ο Ντεμάντρεντ, άθελά του, μόρφασε. Αυτή ήταν η Αληθινή Δύναμη· δεν είχε αισθανθεί κάτι. Ένα μαύρο σημάδι πέρασε μπροστά από τα γαλανά μάτια του Μοριντίν, έπειτα άλλο ένα, σε μια σταθερή ροή. Αυτός ο άντρας θα πρέπει να χρησιμοποιούσε την Αληθινή Δύναμη κατ’ αποκλειστικότητα, από την τελευταία φορά που τον είχε δει να κερδίζει τόσο πολύ σαα και τόσο γρήγορα. Ο ίδιος δεν είχε αγγίξει ποτέ του την Αληθινή Δύναμη, παρά μόνο σε περιπτώσεις ανάγκης. Μεγάλης ανάγκης. Βέβαια, μονάχα ο Μοριντίν διατηρούσε αυτό το προνόμιο από τότε που... χρίστηκε. Θα πρέπει να ήταν τρελός για να τη χρησιμοποιεί τόσο συχνά. Επρόκειτο για ναρκωτικό πιο εθιστικό από το σαϊντίν και πιο θανατηφόρο από δηλητήριο.
Ο Μοριντίν διέσχισε το ραβδωτό δάπεδο κι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Όσαν’γκαρ, με το χαμόγελό του να γίνεται ακόμα πιο δυσοίωνο εξαιτίας του σαα. Ο κοντύτερος άντρας ξεροκατάπιε και του ανταπέδωσε ένα τρεμάμενο χαμόγελο. «Έκανες πολύ καλά που δεν σκέφτηκες ποτέ να εξαλείψεις τη σκιά του Μέγα Άρχοντα», είπε ήρεμα ο Μοριντίν. Πόσον καιρό βρισκόταν εκτός; Το χαμόγελο του Όσαν’γκαρ έγινε ακόμα πιο αρρωστημένο. «Ο αλ’Θόρ δεν είναι το ίδιο συνετός με εσάς. Πες τους, Σιντέιν».
Η μικροκαμωμένη γυναίκα σηκώθηκε. Στην όψη και στην κορμοστασιά ήταν ένα ώριμο, ζουμερό δαμάσκηνο, έτοιμο να το ξεριζώσεις από τον μίσχο του, μα τα γαλάζια της μάτια ήταν σκέτος πάγος. Ίσως, τελικά, να έμοιαζε με ροδάκινο. Τα ροδάκινα είναι δηλητηριώδη πού και πού. «Υποθέτω πως θα θυμάστε τα Τσόενταν Καλ». Η χαμηλή, βαθιά φωνή της ήταν αισθησιακή, ωστόσο κατάφερνε να ακούγεται σαρκαστική. «Ο Λουζ Θέριν έχει δύο κλειδιά πρόσβασης, ένα για το καθένα. Επίσης, γνωρίζει μια γυναίκα που είναι αρκετά δυνατή για να χρησιμοποιήσει τη θηλυκή πλευρά του ζεύγους. Σκοπεύει να κάνει χρήση των Τσόενταν Καλ, για να φέρει εις πέρας το έργο του».