Выбрать главу

Όλοι οι παρόντες άρχισαν να μιλούν ταυτόχρονα.

«Νόμιζα πως τα κλειδιά είχαν καταστραφεί!» αναφώνησε η Άραν’γκαρ, πηδώντας όρθια. Τα μάτια της είχαν γουρλώσει από τρόμο. «Θα μπορούσε να αφανίσει τον κόσμο ολόκληρο, προσπαθώντας και μόνο να χρησιμοποιήσει τα Τσόενταν Καλ!»

«Αν είχες διαβάσει ποτέ κάτι παραπάνω από απλά βιβλία ιστορίας, θα ήξερες πως είναι σχεδόν αδύνατον να καταστραφούν!» γρύλισε προς το μέρος της ο Όσαν’γκαρ. Τραβούσε το πέτο του λες κι ήταν πολύ σφικτό, και τα μάτια του έμοιαζαν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους. «Πώς μπορεί να ξέρει αυτό το κορίτσι ότι τα έχει εκείνος; Πώς;»

Το κρασοπότηρο της Γκρένταλ έπεσε από το χέρι της με το που ακούστηκαν τα λόγια της Σιντέιν, αναπηδώντας στο πάτωμα. Η εσθήτα της έγινε πορφυρή σαν φρέσκο αίμα και το στόμα της άρχισε να συσπάται, λες κι ήταν έτοιμη να ξεράσει. «Κι εσύ ήλπιζες να πέσεις τυχαία επάνω του!» ούρλιαξε προς το μέρος του Ντεμάντρεντ. «Ήλπιζες πως κάποιος άλλος θα τον ξετρυπώσει για σένα! Ηλίθιε! Ανόητε!»

Ο Ντεμάντρεντ πίστευε πως η Γκρένταλ ήταν υπερβολική, ακόμα και για τα δικά της δεδομένα. Θα έβαζε στοίχημα πως τα νέα δεν της προξένησαν έκπληξη. Μάλλον τα περίμενε. Πάντως, δεν είπε τίποτα.

Τοποθετώντας το ένα χέρι πάνω από την καρδιά του, μοιάζοντας με εραστή, ο Μοριντίν έπιασε με τα ακροδάχτυλά του το πιγούνι της Σιντέιν και το έγειρε προς το μέρος του. Η δυσφορία ήταν έντονη στη ματιά της, αλλά το πρόσωπό της δεν έπαψε στιγμή να μοιάζει κουκλίστικο. Φαίνεται πως δεν δυσκολευόταν να δεχτεί τον ρόλο της εύπλαστης κούκλας. «Η Σιντέιν γνωρίζει πολλά», είπε μαλακά ο Μοριντίν, «και μου λέει τα πάντα. Τα πάντα». Η έκφραση της μικροκαμωμένης γυναίκας δεν άλλαξε στο ελάχιστο, μα ήταν ολοφάνερο πως έτρεμε.

Για τον Ντεμάντρεντ, όλα αυτά αποτελούσαν αίνιγμα. Αρχικά, είχε την εντύπωση πως επρόκειτο για τη Λανφίαρ ενσαρκωμένη. Όσα σώματα προορίζονταν για αποδημία υποτίθεται πως διάλεγαν ό,τι υπήρχε εύκαιρο, ωστόσο ο Όσαν’γκαρ κι η Άραν’γκαρ ήταν η απόδειξη της ανελέητης έκφρασης του χιούμορ που επεδείκνυε μερικές φορές ο Μέγας Άρχων. Ήταν σίγουρος, μέχρι που η Μεσάνα τού είπε πως η κοπέλα ήταν πιο αδύναμη από τη Λανφίαρ. Η Μεσάνα κι οι υπόλοιποι πίστευαν ότι ανήκει στην τρέχουσα Εποχή. Από την άλλη, αναφερόταν στον αλ’Θόρ ως Λουζ Θέριν, όπως ακριβώς κι η Λανφίαρ, και μιλούσε για τα Τσόενταν Καλ ως κάτι γνώριμο για τον τρόμο που ενέπνεε κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Δύναμης. Μόνο η μοιροφωτιά ήταν πιο φοβερή, κι αυτή ελάχιστα. Μήπως ο Μοριντίν είχε κατηχήσει τη Σιντέιν για προσωπικούς του λόγους; Αν υποθέσουμε πως είχε τέτοιους. Κάποιες φορές, οι ενέργειες αυτού του άντρα υπαγορεύονταν από την τρέλα.

«Φαίνεται, λοιπόν, πως αυτός ο άνθρωπος πρέπει να πεθάνει, τελικά», είπε ο Ντεμάντρεντ. Δεν ήταν εύκολο να κρύψει την ικανοποίησή του. Άσχετα αν τον έλεγαν Ραντ αλ’Θόρ ή Λουζ Θέριν Τέλαμον, ο Ντεμάντρεντ θα κοιμόταν πιο ήσυχα από τη στιγμή που αυτός ο τύπος θα ήταν νεκρός. «Πριν προλάβει να καταστρέψει τον κόσμο, κι εμάς μαζί. Κάτι που κάνει ακόμα πιο επιτακτική την ανάγκη να τον ξετρυπώσουμε».

«Να πεθάνει;» Ο Μοριντίν κούνησε τα χέρια του, σαν να ζύγιζε κάτι. «Αν τα πράγματα καταλήξουν εκεί, σίγουρα», είπε τελικά. «Ωστόσο, δεν υπάρχει πρόβλημα να τον βρούμε. Μόλις αγγίξει το Τσόενταν Καλ, θα ξέρεις αυτομάτως πού βρίσκεται και θα πας να τον αρπάξεις ή να τον σκοτώσεις, αν είναι απαραίτητο. Ο Νή’μπλις είπε και ελάλησε».

«Όπως προστάζει ο Νή’μπλις», αποκρίθηκε πρόθυμα η Σιντέιν, σκύβοντας το κεφάλι, ενώ η ηχώ των λόγων της μεταδόθηκε σε όλη την αίθουσα, παρότι η φωνή της Άραν’γκαρ ακουγόταν κακόκεφη, του Όσαν’γκαρ απεγνωσμένη και της Γκρένταλ παράδοξα βαθυστόχαστη.

Το να σκύψει το κεφάλι του ήταν για τον Ντεμάντρεντ εξίσου επώδυνο με τα λόγια που πρόφερε. Ώστε, θα έπιαναν τον αλ’Θόρ —ενώ εκείνος θα πάσχιζε να χρησιμοποιήσει το Τσόενταν Καλ, απορροφώντας μαζί με κάποια γυναίκα αρκετή ποσότητα από τη Μία Δύναμη, ικανή να λιώσει ηπείρους!— αλλά δεν υπήρχε η παραμικρή ένδειξη πως ο Μοριντίν θα ήταν μαζί τους. Ή, τουλάχιστον, οι δίδυμες χαϊδεμένες του, η Μογκέντιεν κι η Σιντέιν. Προς το παρόν, ήταν Νή’μπλις, αλλά θα μπορούσε να κανονιστεί έτσι, ώστε την επόμενη φορά που θα πέθαινε, να μην έβρισκε κανένα σώμα. Ίσως, μάλιστα, αυτό μπορούσε να κανονιστεί σύντομα.