Выбрать главу

14

Τι Κρύβει ένα Πέπλο

Ο Θρίαμβος του Κίντρον κυλούσε στις φουσκοθαλασσιές, κάνοντας τις επιχρυσωμένες λάμπες στην καμπίνα της πρύμνης να κλυδωνίζονται στους αναρτήρες τους, αλλά η Τουόν καθόταν ήρεμη καθώς το ξυράφι στο ήρεμο χέρι της Σελούσια γλιστρούσε πάνω στο κρανίο της. Μέσα από το ψηλό παράθυρο της πρύμνης, έβλεπε κι άλλες φρεγάτες να σκίζουν τα γκριζοπράσινα κύματα, τινάζοντας πίδακες λευκού αφρού, εκατοντάδες από δαύτες στοιχισμένες σε μια σειρά που απλωνόταν έως το βάθος του ορίζοντα. Τέσσερις φορές τόσα είχαν παραμείνει στο Τάντσικο. Οι Ρυαγκέλ, Εκείνοι που Γυρίζουν στην Πατρίδα. Το Κορίν, Ο Γυρισμός, είχε ξεκινήσει.

Ένα υψιπετές άλμπατρος έμοιαζε να ακολουθεί το Κίντρον, οιωνός νίκης προφανώς, αν κι οι μακριές φτερούγες του πουλιού ήταν μαύρες αντί για λευκές. Μπορεί, όμως, να μην είχε σημασία. Οι οιωνοί δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με την τοποθεσία. Το σκούξιμο μιας κουκουβάγιας την αυγή σήμαινε θάνατο, και μια βροχή σε ασυννέφιαστη μέρα απρόσμενο επισκέπτη, ανεξάρτητα από το αν βρισκόοουν στο Ίμφαραλ ή στο Νόρεν Μ’Σαρ.

Το πρωινό τελετουργικό με το ξυράφι της προσωπικής της βοηθού ήταν ανακουφιστικό, κι ειδικά σήμερα το χρειαζόταν όσο τίποτε άλλο. Χτες το βράδυ είχε δώσει μια διαταγή εν βρασμώ ψυχής. Καμιά διαταγή δεν επιτρέπεται να δίνεται εν βρασμώ. Ένιωθε σχεδόν σαν σέι’μοσίεβ, σαν να είχε χάσει την τιμή της. Είχε χάσει την αίσθηση του μέτρου, κι αυτό προμήνυε κακά μαντάτα για τον Γυρισμό, όπως η απώλεια του σέι’τάερ, άσχετα από τα άλμπατρος.

Η Σελούσια σκούπισε τη σαπουνάδα με ένα ζεστό, υγρό ύφασμα, χρησιμοποιώντας αμέσως μετά ένα στεγνό ύφασμα, για να τρίψει τελικά ελαφρά το μαλακό κρανίο με ένα πινέλο. Όταν η βοηθός της έκανε ένα βήμα πίσω, η Τουόν σηκώθηκε κι άφησε την περίτεχνα κεντημένη εσθήτα της από μπλε μετάξι να γλιστρήσει στο χαλί με τις γαλανόχρυσες μπορντούρες. Ο ψυχρός αέρας όρμησε ξαφνικά στο σκούρο, γυμνό της δέρμα, δίνοντας της την αίσθηση ότι την τρυπούν χαλικάκια. Τέσσερις από τις δέκα υπηρέτριες της σηκώθηκαν με χάρη από το σημείο όπου ήταν γονατισμένες, ακουμπώντας στον τοίχο, περιποιημένες και χαριτωμένες μες στους λευκούς μεμβρανώδεις χιτώνες τους. Είχαν αγοραστεί τόσο για την εμφάνιση τους όσο και για τις ικανότητες τους, κι ήταν πράγματι πολύ ικανές. Είχαν συνηθίσει το κούνημα του σκάφους κατά τη διάρκεια του μεγάλου ταξιδιού από το Σωντσάν, κι έσπευσαν να φέρουν στη Σελούσια τα ρούχα που ήταν ήδη απλωμένα πάνω στα σκαλιστά μπαούλα. Η Σελούσια δεν επέτρεπε ποτέ σε μια ντα’κοβάλε να την ντύσει, παρά μόνο να της βάλει τις κάλτσες ή τα πασούμια.

Μόλις πέρασε μια πλισαρισμένη εσθήτα στο χρώμα του πολυκαιρισμένου φιλντισιού πάνω από το κεφάλι της Τουόν, η νεαρότερη γυναίκα δεν άντεξε να μη συγκρίνει τις δυο τους στον ψηλό καθρέφτη που στηριζόταν στον εσωτερικό τοίχο. Η χρυσομάλλα Σελούσια είχε αρχοντική ομορφιά, με την ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα της και τα ψυχρά γαλανά μάτια. Θα μπορούσε κάλλιστα να την περάσει κανείς για γυναίκα της Γενιάς, και μάλιστα υψηλόβαθμη, παρά για σο’τζίν, αν δεν είχε ξυρίσει την αριστερή μεριά του κεφαλιού της. Η παραμικρή σχετική νύξη θα σόκαρε τη γυναίκα, αν λεγόταν φωναχτά. Και μόνο η ιδέα να υπερέβαινε την κοινωνική της θέση τρόμαζε τη Σελούσια. Η Τουόν ήξερε καλά πως η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει μια τόσο καταλυτική παρουσία. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, καφετιά και κάπως υγρά. Όταν ξεχνούσε να διατηρήσει στα χαρακτηριστικά της μια αυστηρή μάσκα, το καρδιόσχημο πρόσωπό της έμοιαζε να ανήκει σε σκανδαλιάρικο παιδάκι. Η κορυφή του κεφαλιού της μόλις που άγγιζε το ύψος των ματιών της Σελούσια, κι η προσωπική βοηθός της δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλή γυναίκα. Η Τουόν μπορούσε να ιππεύει δίπλα στους καλύτερους, διέπρεπε στην πάλη και στη χρήση των όπλων, αλλά έπρεπε πάντα να βάζει το μυαλό της να δουλέψει, για να κατορθώσει να εντυπωσιάσει. Ωστόσο, είχε εκπαιδευτεί και σ’ αυτό εξίσου σκληρά, όπως και στα υπόλοιπα ταλέντα της. Αν μη τι άλλο, η φαρδιά χρυσόπλεκτη ζώνη τόνιζε αρκετά τη μέση της, οπότε κανείς δεν μπορούσε να την περάσει για αγόρι με φόρεμα. Οι άντρες κοιτούσαν τη Σελούσια όταν περνούσε, και το αυτί της Τουόν όλο κι έπιανε διάφορα μουρμουρητά σχετικά με τα πλούσια στήθη της. Αυτό, βέβαια, δεν είχε καμιά σχέση με την επιβλητική παρουσία, αλλά δεν θα ήταν άσχημα αν διέθετε κι η ίδια λίγο μεγαλύτερο στήθος.

«Το Φως να με ευλογεί», μουρμούρισε η Σελούσια, κι ακουγόταν ευχαριστημένη, καθώς η ντα’κοβάλε έσπευσε να γονατίσει με την πλάτη στον τοίχο. «Το κάνεις αυτό κάθε πρωί από τότε που ξύρισες για πρώτη φορά το κεφάλι σου. Εξακολουθείς να πιστεύεις, τρία χρόνια μετά, ότι θα σου άφηνα τουφίτσες;»