Выбрать главу

Η Τουόν συνειδητοποίησε ότι έτριβε με το χέρι της το γυμνό της κρανίο, ψάχνοντας για τουφίτσες, απ’ ό,τι παραδέχτηκε θλιμμένη. «Αν σου ξέφευγαν», είπε με ψεύτικη αυστηρότητα, «θα έβαζα να σε δείρουν. Κι αυτό θα ήταν η ανταμοιβή σου για όσες φορές χρησιμοποίησες βέργα επάνω μου».

Τοποθετώντας μια αρμαθιά ρουμπίνια γύρω από τον λαιμό της Τουόν, η Σελούσια γέλασε. «Αν με ξοφλήσεις για όλα αυτά, δεν θα μπορέσω να ξανακαθίσω».

Η Τουόν χαμογέλασε. Η μητέρα της Σελούσια είχε δώσει την κόρη της στην Τουόν από μικρή, ως δώρο, για να γίνει νταντά της κι, ακόμα πιο σημαντικό, η σκιά της, ένας σωματοφύλακας για τον οποίον κανείς δεν γνώριζε το παραμικρό. Τα πρώτα είκοσι πέντε χρόνια της ζωής της η Σελούσια τα πέρασε εκπαιδευόμενη, ενώ τα επόμενα εκπαιδευόταν κάτω από άκρα μυστικότητα. Στη δέκατη έκτη ονομαστική εορτή της Τουόν, όταν ξύρισε το κεφάλι της για πρώτη φορά, είχε προσφέρει στη Σελούσια τα παραδοσιακά δώρα του Οίκου της, ένα μικρό κτήμα για τη φροντίδα με την οποία την είχε περιβάλει, μια απολογία για τις τιμωρίες στις οποίες την είχε υποβάλει, ένα σακί με εκατό χρυσούς θρόνους για κάθε φορά που χρειάστηκε να τιμωρήσει την παρορμητικότητά της. Η Γενιά, που είχε μαζευτεί για να παρακολουθήσει την τελετή ενηλικίωσης της, είχε εντυπωσιαστεί από όλους αυτούς τους σάκους με τα νομίσματα, και δεν ήταν λίγοι αυτοί που θα άπλωναν χέρι επάνω τους. Σαν παιδί ήταν... ανυπάκουη... για να μην πούμε ξεροκέφαλη. Και το τελευταίο παραδοσιακό δώρο: η προσφορά στη Σελούσια να διαλέξει η ίδια με τι ήθελε να ασχοληθεί στη συνέχεια. Η Τουόν δεν ήταν σίγουρη αν αισθάνθηκε μεγαλύτερη έκπληξη η ίδια ή το πλήθος που παρακολουθούσε, όταν η αξιοπρεπής γυναίκα γύρισε την πλάτη της στη δύναμη και στην εξουσία και ζήτησε να γίνει η προσωπική βοηθός της Τουόν, η αρχιυπηρέτριά της. Κι η σκιά της, φυσικά, παρ’ όλο που αυτό δεν μαθεύτηκε ευρέως. Η ίδια η Τουόν, πάντως, ευχαριστήθηκε πολύ.

«Ίσως σε μικρές δόσεις, σε χρονικό εύρος δεκαέξι χρόνων», είπε. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στον καθρέφτη και, κοιτώντας το είδωλό της, συγκρατήθηκε για να μη χαμογελάσει και να βεβαιωθεί ότι ο τόνος της φωνής της δεν ήταν δηκτικός. Κατόπιν, επανήλθε η αυστηρότητα. Σίγουρα ένιωθε περισσότερη στοργή για τη γυναίκα που τη μεγάλωσε, παρά για τη μάνα που έβλεπε μονάχα δύο φορές τον χρόνο πριν ενηλικιωθεί, ή για τους αδελφούς και τις αδελφές που την είχαν μάθει από τα πρώτα της κιόλας βήματα ότι πρέπει να τους πολεμάει για χάρη της μάνας της. Μέχρι στιγμής, δυο από δαύτους είχαν σκοτωθεί σε αυτές τις συμπλοκές κι άλλοι τρεις είχαν προσπαθήσει να τη σκοτώσουν. Μια αδελφή κι ένας αδελφός είχαν γίνει ντα’κοβάλε και τα ονόματά τους σβήστηκαν από τα αρχεία, λες κι ανακαλύφθηκε πως ήταν ικανοί να διαβιβάζουν. Ακόμα και τώρα, η θέση της ήταν κάπως επισφαλής. Μια λανθασμένη κίνηση, και θα πέθαινε, ή —ακόμα χειρότερα— θα την έγδυναν και θα την πουλούσαν σε δημόσιο πλειστηριασμό. Ευλογημένο να είναι το Φως, όταν χαμογελούσε, έμοιαζε ακόμα δεκαέξι! Στην καλύτερη περίπτωση!

Χαχανίζοντας, η Σελούσια στράφηκε να πάρει το στενό κάλυμμα από χρυσή δαντέλα από τον κόκκινο, στιλβωμένο ορθοστάτη πάνω στο τραπεζάκι καλλωπισμού. Η αραιή δαντέλα θα άφηνε ακάλυπτο το μεγαλύτερο μέρος του ξυρισμένου κρανίου της, αποκαλύπτοντας το σήμα με το Κοράκι και τα Τριαντάφυλλα. Μπορεί να μην ήταν σέι’μοσίεβ, αλλά για το καλό του Κορίν έπρεπε να αποκαταστήσει την ισορροπία. Θα μπορούσε να ζητήσει από την Άναθ, τη Σόε’φέια, να απαγγείλει κάποια ποινή, αλλά δεν είχαν περάσει ούτε δύο χρόνια από τον απρόσμενο θάνατο της Νεφέρι κι η ίδια δεν ένιωθε και τόσο άνετα με την αντικατάστασή της. Κάτι της έλεγε ότι έπρεπε να το αναλάβει προσωπικά. Ίσως είχε δει κάποιον οιωνό, τον οποίον δεν αναγνώρισε συνειδητά. Μπορεί το πλοίο να μην είχε μυρμήγκια, αλλά σίγουρα είχε λογιών-λογιών ζωύφια.

«Όχι, Σελούσια», είπε ήρεμα. «Δώσε μου ένα πέπλο».

Το στόμα της Σελούσια σφίχτηκε αποδοκιμαστικά, αλλά ξανατοποθέτησε σιωπηλά το κάλυμμα στον ορθοστάτη του. Ιδιαιτέρως, όπως τώρα, είχε την άδεια να μιλάει ελεύθερα, ήξερε ωστόσο τι έπρεπε να πει και τι όχι. Η Τουόν είχε αναγκαστεί στο παρελθόν να την τιμωρήσει δύο φορές και, μα το Φως, το είχε μετανιώσει τόσο όσο κι η ίδια η Σελούσια. Χωρίς να πει λέξη, η βοηθός της έβγαλε ένα μακρόστενο και διάφανο πέπλο, το πέρασε πάνω από το κεφάλι της Τουόν και το ασφάλισε με τη στενή λωρίδα της χρυσαφιάς πλεξούδας που ήταν καλυμμένη με ρουμπίνια. Το πέπλο ήταν πιο διάφανο από τους χιτώνες των ντα’κοβάλε και δεν έκρυβε διόλου το πρόσωπό της. Έκρυβε όμως άλλα, σπουδαιότερα, πράγματα.