Выбрать главу

Ρίχνοντας μια μακριά μπλε κάπα με χρυσαφί κέντημα πάνω στους ώμους της Τουόν, η Σελούσια έκανε ένα βήμα πίσω κι υποκλίθηκε βαθιά, με την άκρη της χρυσής πλεξούδας της να ακουμπάει στο χαλί. Οι γονατιστές ντα’κοβάλε έσκυψαν, και τα πρόσωπά τους άγγιξαν το κατάστρωμα. Η απομόνωση σύντομα θα έπαιρνε τέλος. Η Τουόν βγήκε μόνη από την καμπίνα.

Στη δεύτερη καμπίνα στέκονταν έξι σουλ’ντάμ, από τρεις σε κάθε πλευρά, με τις επόπτριες γονατισμένες μπροστά τους πάνω στα φαρδιά, λουστραρισμένα μαδέρια του καταστρώματος. Οι σουλ’ντάμ ίσιωσαν τα κορμιά τους μόλις την είδαν, περήφανες όπως η ασημένια αστραπή στα κόκκινα πλαίσια πάνω στις φούστες τους. Οι γκριζοντυμένες νταμέην γονάτισαν κορδωμένες, γεμάτες από τη δική τους υπερηφάνεια. Με εξαίρεση την κακόμοιρη τη Λίντυα, που κάθισε ανακούρκουδα και προσπάθησε να πιέσει το δακρυσμένο πρόσωπό της πάνω στο κατάστρωμα. Η Ιανέλ, κρατώντας το λουρί της κοκκινομάλλας νταμέην, την κοίταξε περιφρονητικά.

Η Τουόν αναστέναξε. Η Λίντυα ήταν υπεύθυνη για την οργή της το προηγούμενο βράδυ. Ή μάλλον όχι, εκείνη την είχε προκαλέσει, αλλά ήταν η ίδια η Τουόν υπεύθυνη για τα συναισθήματά της. Η ίδια είχε προστάξει την νταμέην να της πει τη μοίρα της, αλλά ήταν λάθος να διατάξει να τη ραβδίσουν επειδή δεν της άρεσαν όσα άκουσε.

Έσκυψε κι έπιασε στην παλάμη της το σαγόνι της Λίντυα, ακουμπώντας τα βαμμένα κόκκινα νύχια της πάνω στο φακιδιάρικο μάγουλο της κοπέλας. Την τράβηξε προς τα επάνω, για να σταθεί όρθια, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα έναν μορφασμό εκ μέρους της Λίντυα κι έναν νέο καταιγισμό δακρύων, που η Τουόν σκούπισε προσεκτικά με τα δάχτυλά της καθώς ταυτόχρονα έστηνε όρθια την νταμέην. «Η Λίντυα είναι καλή νταμέην, Ιανέλ», είπε. «Βάψε τα σημάδια της με βάμμα σόρφα και δώσε της λεοντόκαρδο για τον πόνο, μέχρι να εξαφανιστούν τα σημάδια. Μέχρι τότε, θα τρώει και μία γαλατόπιτα μαζί με το γεύμα της».

«Όπως προστάζει η Υψηλή Αρχόντισσα», αποκρίθηκε η Ιανέλ με τυπικότητα, αν και χαμογέλασε ελαφρώς. Όλες οι σουλ’ντάμ ήταν στοργικές απέναντι στη Λίντυα, και δεν της άρεσε διόλου που είχε τιμωρήσει την νταμέην. «Αν τυχόν παχύνει, θα την παίρνω μαζί μου για τρέξιμο, Υψηλή Αρχόντισσα».

Η Λίντυα γύρισε το κεφάλι της να φιλήσει την καλάμη της Τουόν και μουρμούρισε: «Η Λίντυα έχει πολύ ευγενική κυρά. Η Λίντυα δεν θα παχύνει».

Προχωρώντας ανάμεσα στις δύο σειρές, η Τουόν είπε λίγα λόγια σε κάθε σουλ’ντάμ και κανάκεψε καθεμία από τις νταμέην. Οι έξι που είχε φέρει μαζί της ήταν οι καλύτερες, κι έλαμπαν από χαρά κοιτώντας τη με την ίδια στοργή που έτρεφε κι εκείνη γι’ αυτές. Είχαν ανταγωνιστεί με ζήλο για να γίνουν οι εκλεκτές της. Οι πλαδαρές, χρυσομάλλες Ντάλι και Ντάνι, οι δύο αδελφές που δεν χρειάζονταν καν τις οδηγίες μιας σουλ’ντάμ. Η Τσάραλ, με μαλλιά γκρίζα όσο και τα μάτια της, η οποία εξακολουθούσε να είναι η πιο σβέλτη στην ύφανση. Η Σέρα, με τις πορφυρές κορδέλες στα σφιχτοδεμένα και σγουρά μαύρα μαλλιά της, δυνατή και περήφανη όσο μια σουλ’ντάμ. Η μικροκαμωμένη Μάιλεν, πιο κοντή κι από την Τουόν. Από τις έξι που είχε επιλέξει η Τουόν, η Μάιλεν ήταν το καμάρι της.

Πολλοί είχαν θεωρήσει παράξενο ότι η Τουόν πέρασε τη δοκιμασία για να γίνει σουλ’ντάμ με το που ενηλικιώθηκε, αν και κανείς δεν της πήγε κόντρα, εκτός από τη μάνα της, που το επέτρεψε παραμένοντας σιωπηλή. Η αλήθεια ήταν πως θεωρούνταν πρωτάκουστο να γίνει σουλ’ντάμ, αλλά διασκέδαζε τόσο εκπαιδεύοντας νταμέην όσο κι εκπαιδεύοντας άλογα, άσε που ήταν εξίσου καλή και στα δύο, η δε Μάιλεν ήταν η απόδειξη. Η χλωμή, μικροκαμωμένη νταμέην ήταν μισοπεθαμένη από το σοκ και τον φόβο, αρνούμενη να φάει ή να πιει, όταν η Τουόν την έφερε στο κατάστρωμα, στο Σον Κιφάρ. Οι ντερ’σουλ’ντάμ ήταν απεγνωσμένες, ισχυριζόμενες ότι δεν θα ζούσε για πολύ, αλλά τώρα η Μάιλεν χαμογελούσε προς την Τουόν κι έγερνε μπροστά, για να της φιλήσει το χέρι, πριν προλάβει η κυρά της να χαϊδέψει τα μαύρα μαλλιά της νταμέην. Κάποτε ήταν κοκαλιάρα, αλλά τώρα είχε γίνει κάπως πλαδαρή. Αντί να την επιπλήξει, η Κατρόνα, που την κρατούσε από το λουρί, άφησε ένα χαμόγελο να χαράξει το συνήθως αυστηρό πρόσωπό της και μουρμούρισε ότι η Μάιλεν ήταν τέλεια νταμέην. Η αλήθεια ήταν πως κανείς δεν θα πίστευε πως κάποτε αυτοαποκαλούνταν Άες Σεντάι.

Προτού φύγει, η Τουόν έδωσε μερικές ακόμα εντολές σχετικά με τη διατροφή και την εξάσκηση της νταμέην. Η σουλ’ντάμ ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει, όπως άλλωστε κι οι άλλες δώδεκα στην ακολουθία της Τουόν —ειδάλλως, δεν θα είχαν μπει στην υπηρεσία της— αλλά πίστευε πως δεν έπρεπε να επιτρέπεται σε καμία να κατέχει νταμέην, εκτός αν έδειχνε ενεργό ενδιαφέρον. Ήξερε τις ιδιοτροπίες της καθεμίας όσο καλά ήξερε το ίδιο της το πρόσωπο.