Στην εξωτερική καμπίνα, οι Φρουροί του Θανάτου, παραταγμένοι κατά μήκος του τοίχου, με τις στιλβωμένες πανοπλίες τους σε αποχρώσεις του αίματος και του σκούρου πράσινου, μαρμάρωσαν άμα τη εμφανίσει της. Μαρμάρωσαν όσο τα αγάλματα, σχεδόν. Αυτοί οι άντρες με τα σκληρά πρόσωπα, μαζί με άλλους πεντακόσιους, είχαν την προσωπική ευθύνη της ασφάλειας της Τουόν. Ένας προς έναν αλλά κι όλοι μαζί, θα πέθαιναν για να την προστατεύσουν. Το ίδιο θα έκαναν κι αν εκείνη πέθαινε. Όλοι ήταν εθελοντές, ζητώντας εκούσια να μπουν στη φρουρά της. Αντικρίζοντας το πέπλο, ο γκριζαρισμένος Αρχηγός Μουσέντζε έδωσε διαταγή σε δύο μόνο άντρες να τη συνοδέψουν στο κατάστρωμα, όπου δύο ντουζίνες Ογκιρανοί Κηπουροί, ντυμένοι στα κόκκινα και στα πράσινα, ήταν παραταγμένοι αμφοτέρωθεν της εισόδου, με τα μεγάλα τσεκούρια με τους μαύρους θυσάνους ανασηκωμένα μπροστά τους και τις βλοσυρές ματιές να πετούν τριγύρω, αναζητώντας κάποιον κίνδυνο ακόμα κι εδώ. Δεν θα πέθαιναν, βέβαια, σε περίπτωση δικού της θανάτου, αλλά είχαν ζητήσει κι αυτοί να μπουν στη φρουρά της, κι εκείνη δεν είχε τον παραμικρό ενδοιασμό να εμπιστευτεί τη ζωή της στα τεράστια χέρια τους.
Τα ραβδωτά πανιά των τριών ψηλών καταρτιών του Κίντρον ήταν τεντωμένα εξαιτίας του παγερού ανέμου, που ωθούσε το σκάφος προς το μέρος της γης που απλωνόταν μπροστά τους, μια σκοτεινή ακτή αρκετά κοντά, για να διακρίνει λόφους κι ακρωτήρια. Άντρες και γυναίκες στριμώχνονταν στο κατάστρωμα, κι όλοι τους ανήκαν στη Γενιά του σκάφους, ντυμένοι με τα καλύτερα μετάξια τους. Δεν έδιναν την παραμικρή σημασία ούτε στον άνεμο που μαστίγωνε τους μανδύες τους, ούτε στους ξυπόλητους άντρες και γυναίκες του πληρώματος που έτρεχαν ανάμεσα στα πόδια τους. Κάποιοι εκ των ευγενών αγνοούσαν επιδεικτικότατα το πλήρωμα, λες κι οι υπηρέτες έπρεπε να φροντίζουν το πλοίο γονυπετώντας και κάνοντας υποκλίσεις ταυτοχρόνως ανά δύο βήματα. Τα μέλη της Γενιάς ήταν έτοιμα να προσκυνήσουν σχεδόν, αλλά αντ’ αυτού περιορίστηκαν σε ελαφρές υποκλίσεις, σαν ίσοι μεταξύ ίσων, μόλις πρόσεξαν το πέπλο της. Ο Γιούριλ, ο μυταράς που όλοι θεωρούσαν γραμματέα της, γονάτισε στο ένα γόνατο. Φυσικά κι ήταν ο γραμματέας της, ήταν ωστόσο και το Χέρι της, που διέταζε τους Αναζητητές της. Η Μακούρα έπεσε μπρούμυτα και φίλησε το κατάστρωμα, αλλά λίγα ήρεμα λόγια εκ μέρους του Γιούριλ ήταν αρκετά για να σηκωθεί όρθια, αναψοκοκκινισμένη και στρώνοντας την πλισαρισμένη, κόκκινη φούστα της. Η Τουόν δεν ήταν σίγουρη αν έπρεπε να την πάρει στην υπηρεσία της, πίσω στο Τάντσικο, αλλά η γυναίκα την εκλιπαρούσε λες κι ήταν ντα’κοβάλε. Για κάποιο λόγο, μισούσε τις Άες Σεντάι μέχρι το κόκαλο, και παρά τις ανταμοιβές που της είχαν δώσει για τις ιδιαίτερα πολύτιμες πληροφορίες της, ήλπιζε να τους κάνει ζημιά.
Σκύβοντας το κεφάλι μπροστά στη Γενιά, η Τουόν σκαρφάλωσε στο πρυμναίο κατάστρωμα, ακολουθούμενη από δύο Φρουρούς του Θανάτου. Ο άνεμος την εμπόδιζε να στρώσει την κάπα της και για μια στιγμή πίεσε το πέπλο πάνω στο πρόσωπό της, για να το ανασηκώσει λίγο αργότερα. Δεν είχε σημασία· αρκεί να το φορούσε. Το προσωπικό της λάβαρο, δύο χρυσά λιοντάρια ζεμένα σε ένα αρχαίο πολεμικό άρμα, ανέμιζε στην πρύμνη, πάνω από τους έξι τιμονιέρηδες, οι οποίοι πάλευαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη μακρόστενη λαγουδέρα. Τα λάβαρα με το Κοράκι και τα Τριαντάφυλλα θα είχαν πακεταριστεί με το που είχε δώσει την εντολή το πρώτο μέλος του πληρώματος που την είχε δει να φοράει το πέπλο. Η καπετάνισσα του Κίντρον, μια εύσωμη, ανεμοδαρμένη γυναίκα, με άσπρα μαλλιά κι απίστευτα πράσινα μάτια, υποκλίθηκε μόλις τα πασούμια της Τουόν άγγιξαν το πρυμναίο κατάστρωμα και κατόπιν η προσοχή της στράφηκε ξανά στο πλοίο.
Η Άναθ στεκόταν δίπλα στην κουπαστή, ντυμένη με ένα μονότονο μαύρο μεταξωτό, και με την ψύχρα του ανέμου να μην την ενοχλεί στο ελάχιστο, παρά την έλλειψη μανδύα ή κάπας. Ήταν λυγερόκορμη γυναίκα, ψηλή ακόμα και για τα αντρικά δεδομένα. Το σκούρο, σαν κάρβουνο, πρόσωπό της ήταν χαριτωμένο, αλλά τα τεράστια, μαύρα της μάτια ήταν διαπεραστικά σαν σουβλιά. Ήταν η Σόε’φέια της Τουόν, η Αληθομιλήτρια της, ονομασμένη έτσι από την ίδια την Αυτοκράτειρα, είθε να ζήσει για πάντα, όταν αποδήμησε η Νεφέρι. Απετέλεσε έκπληξη, μια και το Αριστερό Χέρι της Νεφέρι ήταν ήδη εκπαιδευμένο να την αντικαταστήσει, αλλά όταν μιλούσε η Αυτοκράτειρα από τον Κρυστάλλινο Θρόνο της, ο λόγος της ήταν νόμος. Υποτίθεται πως δεν έπρεπε να φοβάσαι τη Σόε’φέια σου, αλλά η Τουόν τη φοβόταν λιγάκι. Πήγε κοντά στη γυναίκα κι άδραξε την κουπαστή, αλλά ελευθέρωσε αμέσως τα χέρια της πριν σπάσει κανένα βερνικωμένο νύχι, κάτι που θα σήμαινε μεγάλη κακοτυχία.