Выбрать главу

«Λοιπόν», είπε η Άναθ, κι η λέξη έμοιαζε με καρφί που χωνόταν κατευθείαν στο κρανίο της Τουόν. Η ψηλή γυναίκα την κοίταξε συνοφρυωμένη, κι η περιφρόνηση ήταν έκδηλη στη φωνή της. «Από τη μία, κρύβεσαι —κατά κάποιον τρόπο— κι από την άλλη, είσαι η Υψηλή Αρχόντισσα Τουόν. Μόνο που όλοι ξέρουν ποια πραγματικά είσαι, ασχέτως αν δεν το αναφέρουν. Για πόσον καιρό ακόμα σκοπεύεις να συνεχίσεις αυτή τη φάρσα;» Τα σαρκώδη χείλη της Άναθ άνοιξαν σε έναν χλευαστικό σαρκασμό, κι η ίδια έκανε μια απότομη, αποπεμπτική κίνηση με το λεπτοκαμωμένο της χέρι. «Υποθέτω πως αυτή η ηλιθιότητα έχει να κάνει με τον ραβδισμό της νταμέην. Είσαι ανόητη, αν νομίζεις ότι έχεις χάσει την τιμή σου, εξαιτίας ενός τόσο ασήμαντου ζητήματος. Τι είπε κι έγινες έξαλλη; Το μόνο που μαθεύτηκε είναι ότι ξέσπασες άγρια, και πολύ λυπάμαι που έχασα τη σκηνή».

Τα χέρια της Τουόν ήταν ακινητοποιημένα πάνω στην κουπαστή. Από στιγμή σε στιγμή, θα άρχιζαν να τρέμουν, αλλά η γυναίκα κατόρθωσε να διατηρήσει μια αυστηρή έκφραση. «Θα φοράω το πέπλο έως ότου παρουσιαστεί κάποιος οιωνός, που θα μου αναγγείλει ότι ήρθε η ώρα να το βγάλω, Άναθ», είπε, πασχίζοντας να κάνει τη φωνή της να ηχεί ήρεμη. Μόνο τυχαία δεν θα κρυφάκουγε κάποιος τα μυστικά λόγια της Λίντυα. Όλοι γνώριζαν πως η νταμέην μπορούσε να προλέγει το μέλλον, κι αν κάποιος από τη Γενιά είχε κρυφακούσει, θα είχαν ήδη αρχίσει τα κουτσομπολιά σχετικά με τη μοίρα της.

Η Άναθ γέλασε με αναίδεια κι άρχισε να της ξαναλέει πόσο ανόητη ήταν, με περισσότερες λεπτομέρειες αυτή τη φορά. Με πολύ περισσότερες λεπτομέρειες. Δεν μπήκε καν στον κόπο να χαμηλώσει τη φωνή της. Η Καπετάνισσα Τέχαν κοιτούσε ευθεία μπροστά, και τα μάτια της κόντευαν να πεταχτούν έξω από το φακιδιάρικο πρόσωπό της. Η Τουόν απέμεινε να ακούει προσεκτικά, αναψοκοκκινίζοντας όλο και περισσότερο, μέχρι που νόμιζε πως το πέπλο της θα έπιανε φωτιά.

Αρκετοί από τη Γενιά αποκαλούσαν τις Φωνές τους Σόε’φέια, αλλά οι Φωνές της Γενιάς ήταν σο’τζίν, κι ήξεραν καλά πως θα τιμωρούνταν αν οι κάτοχοι τους δεν έμεναν ευχαριστημένοι από όσα έλεγαν, ακόμα κι αν αποκαλούνταν Σόε’φέια. Ήταν αδύνατον να διατάξεις, να αναγκάσεις, ή να τιμωρήσεις με οποιονδήποτε τρόπο έναν Ομιλητή της Αλήθειας. Μια Αληθομιλήτρια όμως ήταν αναγκασμένη να πει την πικρή αλήθεια, ασχέτως αν ήθελες να την ακούσεις ή όχι, και μάλιστα να βεβαιωθεί ότι την άκουσες. Όσοι ανήκαν στη Γενιά κι αποκαλούσαν τις Φωνές τους Σόε’φέια, πίστευαν ότι ο Άλγκουιν, ο τελευταίος άντρας που κάθισε στον Κρυστάλλινο Θρόνο, κάπου χίλια χρόνια πριν, παραφρόνησε επειδή άφησε τη Σόε’φέια του να ζήσει και να διατηρήσει τη θέση της, ενώ εκείνη τον είχε χαστουκίσει μπροστά σε όλη την αυλή του. Οι παραδόσεις της οικογένειάς της ήταν ακατανόητες σε όλους, και φυσικά στη γουρλομάτα καπετάνισσα. Οι εκφράσεις των Φρουρών του Θανάτου δεν άλλαξαν στο ελάχιστο πίσω από τις περικεφαλαίες τους, που μισόκρυβαν τα μάγουλά τους. Καταλάβαιναν.

«Ευχαριστώ, αλλά δεν χρειάζομαι μετάνοια», είπε ευγενικά, μόλις η Άναθ αποτελείωσε τη δημηγορία.

Κάποτε, κι αφού καταράστηκε τη Νεφέρι, που πέθανε με έναν τόσο ηλίθιο τρόπο, όπως η πτώση από τις σκάλες, ζήτησε από την καινούργια Σόε’φέια να εκτελέσει αυτό το χρέος εκ μέρους της. Το να καταριέσαι τους νεκρούς ήταν αρκετό από μόνο του για να σε κάνει σέι’μοσίεβ για αρκετούς μήνες. Κατά έναν περίεργο τρόπο, η γυναίκα ήταν πολύ ευαίσθητη όσον αφορά σε αυτό το θέμα, κάτι που την έκανε να κλαίει επί μέρες, ανίκανη να φορέσει ακόμα κι ένα ριχτό φόρεμα. Ωστόσο, δεν ήταν αυτός ο λόγος που αρνήθηκε την προσφορά. Η μετάνοια πρέπει να είναι αυστηρή, αλλιώς είναι άχρηστη στην αποκατάσταση της ισορροπίας. Όχι, δεν θα ακολουθούσε τον εύκολο δρόμο, επειδή είχε πάρει την απόφαση της. Κι επειδή —έπρεπε να το παραδεχτεί— ήθελε να πάει κόντρα στη συμβουλή της Σόε’φέια. Δεν ήθελε να την ακούσει καν. Όπως είπε κι η Σελούσια, ανέκαθεν ήταν ξεροκέφαλη. Το να αρνείσαι να ακούσεις την Αληθομιλήτριά σου ήταν αποκρουστικό. Ίσως, σε τελική ανάλυση, έπρεπε να δεχτεί ότι ήταν απαραίτητη η αποκατάσταση της ισορροπίας. Τρεις μεγάλες, γκρίζες φάλαινες αναδύθηκαν δίπλα στο πλοίο κι άφησαν έναν ήχο. Κατόπιν βυθίστηκαν, για να μην αναδυθούν ποτέ ξανά. Μείνε πιστή στον δρόμο που διάλεξες.