«Όταν αποβιβαστούμε», είπε, «πρέπει να κληθεί η Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ». Μείνε πιστή στον δρόμο που διάλεξες. «Θα χρειαστεί να ερευνήσουμε το μέγεθος της φιλοδοξίας της. Έχει ασχοληθεί με τους Προδρόμους περισσότερο από την Αυτοκράτειρα, είθε να ζει για πάντα, ει δυνατόν, αλλά επιτυχίες τέτοιου μεγέθους δημιουργούν κι ανάλογες φιλοδοξίες».
Ενοχλημένη από την αλλαγή θέματος, η Άναθ ίσιωσε την κορμοστασιά της, με τα χείλη της σφιχτά ενωμένα. Τα μάτια της λαμπύριζαν. «Είμαι σίγουρη ότι η Σούροθ τρέφει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αυτοκρατορία, αποκλειστικά λόγω προσωπικής φιλοδοξίας», είπε κοφτά.
Η Τουόν συγκατάνευσε. Η ίδια δεν ήταν διόλου σίγουρη γι’ αυτό. Τούτη η βεβαιότητα θα μπορούσε να την οδηγήσει ακόμα και στον Πύργο των Κορακιών, ειδικά αυτήν. «Πρέπει να βρω τρόπο να έρθω σε επαφή με τον Αναγεννημένο Δράκοντα το γρηγορότερο. Πρέπει να γονυπετήσει μπροστά στον Κρυστάλλινο Θρόνο πριν από την έλευση της Τάρμον Γκάι’ντον, ειδάλλως θα χαθούν όλα». Οι Προφητείες του Δράκοντα το έλεγαν ξεκάθαρα.
Η διάθεση της Άναθ άλλαξε μέσα σε δευτερόλεπτα. Χαμογελώντας, ακούμπησε το χέρι της πάνω στον ώμο της Τουόν, κτητικά σχεδόν. Αυτό παραπήγαινε, αλλά ήταν μια Σόε’φέια, κι η αίσθηση της ιδιοκτησίας μπορεί να βρισκόταν μονάχα στο μυαλό της Τουόν. «Πρέπει να είσαι προσεκτική», γουργούρισε η Άναθ. «Δεν πρέπει να μάθει πόσο επικίνδυνη είσαι γι’ αυτόν, μέχρι να είναι πολύ αργά πια για να δραπετεύσει».
Οι συμβουλές έρχονταν η μία μετά την άλλη, αλλά η Τουόν τις άφηνε να μπαίνουν από το ένα αυτί και να βγαίνουν από το άλλο. Άκουσε αρκετά πράγματα, αλλά τίποτα που να μην είχε ακούσει δεκάδες φορές στο παρελθόν. Πέρα από το πλοίο, διέκρινε το στόμιο ενός μεγάλου λιμανιού. Ήταν το Έμπου Νταρ, απ’ όπου θα απλωνόταν το Κορίν, όπως είχε απλωθεί κι από το Τάντσικο. Η σκέψη την έκανε να αισθανθεί ρίγη ηδονής κι εκπλήρωσης. Πίσω από το πέπλο, δεν ήταν παρά η Υψηλή Αρχόντισσα Τουόν, διόλου ανώτερη σε θέση από τις περισσότερες που ανήκαν στη Γενιά, αλλά βαθιά μέσα της παρέμενε η Τουόν Άθαεμ Κόρε Πέντραγκ, η Κόρη των Εννιά Φεγγαριών, κι είχε έρθει να διεκδικήσει όσα είχαν κλαπεί από τον πρόγονό της.
15
Ο Αναγκαίος Καμπανοχύτης
Το κάρο σε σχήμα κύβου θύμισε στον Ματ εκείνα των Μαστόρων, που είχε δει παλαιότερα κι έμοιαζαν με τροχήλατα σπιτάκια, αν κι ετούτο εδώ, γεμάτο όπως ήταν με ερμάρια και πάγκους εργασίας ενσωματωμένους στα τοιχώματα, δεν προοριζόταν για κατοικία. Σουφρώνοντας τη μύτη του, εξαιτίας των παράξενων και στυφών οσμών που κατέκλυζαν το εσωτερικό, μετακινήθηκε άβολα πάνω στο τρίποδο σκαμνί, το μόνο διαθέσιμο κάθισμα. Το σπασμένο πόδι του και τα πλευρά του είχαν θεραπευτεί σχεδόν, όπως επίσης και τα κοψίματα που είχε υποστεί, όταν εκείνο το καταραμένο κτήριο κατάρρευσε στο κεφάλι του, αλλά οι πληγές εξακολουθούσαν να τον πονούν πού και πού. Επιπλέον, ήλπιζε σε κάποιου είδους συμπόνια. Στις γυναίκες άρεσε να δείχνουν συμπόνια, αν έκανες τις σωστές κινήσεις. Ανάγκασε τον εαυτό του να πάψει να στριφογυρίζει το μεγάλο δαχτυλίδι με τον σφραγιδόλιθο στο δάχτυλο του. Αν μια γυναίκα συνειδητοποιήσει ότι είσαι αμήχανος και το ερμηνεύσει όπως θέλει, η συμπόνια πάει περίπατο.
«Άκου, Αλούντρα», είπε, και στην έκφρασή του χαράχτηκε το χαμόγελο που τον έβγαζε πάντα νικητή. «Μάλλον έχεις ήδη καταλάβει πως οι Σωντσάν δεν δίνουν σημασία στα πυροτεχνήματα. Αυτές οι νταμέην φτιάχνουν κάτι που λέγεται Ουράνια Φώτα, μπροστά στα οποία τα καλύτερα βεγγαλικά σου μοιάζουν με φωτίτσες που πεταρίζουν από τις καπνοδόχους, όπως έχω ακουστά. Χωρίς να θέλω να σε προσβάλω».
«Προσωπικά, δεν έχω δει ποτέ αυτά τα περιβόητα Ουράνια Φώτα», αποκρίθηκε η γυναίκα αποπεμπτικά, με την έντονη Ταραμπονέζικη προφορά της. Το κεφάλι της ήταν γερμένο πάνω από ένα ξύλινο γουδί σε μέγεθος μεγάλου βαρελιού, ακουμπισμένου πάνω σε έναν από τους εργασιακούς πάγκους, και παρά την πλατιά, μπλε κορδέλα που έδενε χαλαρά τα μαύρα, χυτά μαλλιά της γύρω από τη βάση του λαιμού της, έγειρε μπροστά, για να κρύψει το πρόσωπό της. Η μακρόστενη, λευκή ποδιά με τους σκούρους λεκέδες δεν κάλυπτε εντελώς το βαθυπράσινο φόρεμα που τόσο όμορφα εφάρμοζε στους γοφούς της, αλλά ο Ματ ενδιαφερόταν περισσότερο γι’ αυτό που έκανε η γυναίκα. Ή, τουλάχιστον, αν όχι περισσότερο, το ίδιο. Άλεθε μία τραχιά, μαύρη σκόνη με ένα ξύλινο γουδοχέρι μεγάλο όσο το μπράτσο της. Η σκόνη έμοιαζε κάπως με αυτήν που είχε δει στο εσωτερικό των πυροτεχνημάτων που είχε ανοίξει, αλλά δεν είχε ιδέα από τι αποτελούνταν. «Όπως και να έχει», συνέχισε η γυναίκα, χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι ότι την επιτηρούσε, «δεν πρόκειται να σου αποκαλύψω τα μυστικά της Συντεχνίας. Το καταλαβαίνεις αυτό, έτσι;»