Выбрать главу

Ο Ματ μόρφασε. Επί μέρες πάσχιζε να την πείσει να συζητήσουν αυτό το θέμα, από τότε που μια τυχαία επίσκεψη στο πανηγύρι του Βάλαν Λούκα τού αποκάλυψε πως βρισκόταν κι αυτή εκεί, στο Έμπου Νταρ, και κάθε λίγο και λιγάκι φοβόταν πως θα ανέφερε τη Συντεχνία των Φωτοδοτών. «Μα, δεν είσαι πια Φωτοδότρια, έτσι δεν είναι; Σε έδιωξαν... εννοώ... είπες ότι έφυγες μόνη σου από τη Συντεχνία». Αναλογίστηκε, όχι για πρώτη φορά, μήπως έπρεπε να της υπενθυμίσει πως κάποτε την είχε σώσει από τέσσερα μέλη της Συντεχνίας, που ήθελαν να της κόψουν τον λαιμό. Κάτι τέτοιο αρκούσε στις περισσότερες γυναίκες για να πέσουν στην αγκαλιά σου, να σε γεμίσουν φιλιά και να σου υποσχεθούν να κάνουν ό,τι θέλεις. Ωστόσο, δεν τον φίλησε καν τότε που την έσωσε, άρα ήταν μάλλον απίθανο να τον φιλήσει τώρα. «Εν πάση περιπτώσει», συνέχισε ο Ματ αεράτα, «δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τη Συντεχνία. Πόσον καιρό φτιάχνεις νυχτολούλουδα; Κανείς δεν εμφανίστηκε για να σε σταματήσει. Θα έβαζα στοίχημα πως δεν έχεις δει ποτέ σου άλλον Φωτοδότη».

«Τι έχεις ακούσει;» ρώτησε η γυναίκα σιγανά, με το κεφάλι ακόμα κατεβασμένο. Η περιστροφική κίνηση του γουδόχερου επιβραδύνθηκε, μέχρι που σχεδόν σταμάτησε. «Πες μου».

Αισθάνθηκε τις τρίχες του κεφαλιού του να ορθώνονται. Πώς το έκαναν αυτό οι γυναίκες; Απόκρυψε τους την παραμικρή ένδειξη, και θα εστιάσουν ακριβώς σε αυτό που θες να αποκρύψεις. «Τι εννοείς; Υποθέτω πως έχουμε ακούσει κι οι δύο τα ίδια κουτσομπολιά. Σχετικά με τους Σωντσάν, κυρίως».

Η γυναίκα στράφηκε τόσο απότομα, που τα μαλλιά της τινάχτηκαν σαν μαστίγιο. Άρπαξε το βαρύ γουδοχέρι και με τα δυο της χέρια και το έσεισε πάνω από το κεφάλι της. Ίσως να ήταν δέκα χρόνια μεγαλύτερή του, με μεγάλα, σκοτεινά μάτια κι ένα μικρό αλλά παχουλό στόμα, που συνήθως έμοιαζε έτοιμο για φίλημα. Ο Ματ είχε σκεφτεί να τη φιλήσει μια-δυο φορές. Οι περισσότερες γυναίκες γίνονταν πιο υπάκουες έπειτα από μερικά φιλιά. Τα δόντια της ήταν γυμνωμένα, κι έμοιαζε έτοιμη να του δαγκώσει τη μύτη. «Πες μου!» τον πρόσταξε.

«Έπαιζα ζάρια με μερικούς Σωντσάν κάτω, στην αποβάθρα», άρχισε να λέει απρόθυμα ο Ματ, ρίχνοντας επιφυλακτικές ματιές προς το ανασηκωμένο γουδοχέρι. Ένας άντρας θα μπορούσε κάλλιστα να μπλοφάρει κάνοντας τον παλικαρά και να σηκωθεί να φύγει, αν το θέμα δεν ήταν τόσο σοβαρό, αλλά μια γυναίκα μπορεί να σου έσπαζε το κεφάλι έτσι, από καπρίτσιο. Ο γοφός του πονούσε κι είχε γίνει άκαμπτος από το πολύ καθιστό. Δεν ήταν σίγουρος κατά πόσον είχε τη δυνατότητα να κινηθεί γρήγορα από το σκαμνί που καθόταν. «Δεν σκόπευα να είμαι εγώ αυτός που θα σου μιλούσε, αλλά... Η Συντεχνία δεν υπάρχει πια, Αλούντρα. Η αντιπροσωπεία που υπήρχε στο Τάντσικο χάθηκε». Ήταν κι η μοναδική αληθινή αντιπροσωπεία της Συντεχνίας. Αυτή που υπήρχε στην Καιρχίν είχε εγκαταλειφθεί προ πολλού, κι όσο για τις υπόλοιπες, οι Φωτοδότες τις επισκέπτονταν περιστασιακά, για να επιδεικνύονται στους τοπικούς άρχοντες και στους ευγενείς. «Αρνήθηκαν στους στρατιώτες των Σωντσάν την είσοδο στο εσωτερικό του οικήματος κι έδωσαν μάχη ή, τουλάχιστον, προσπάθησαν, αλλά εκείνοι έσπασαν τον κλοιό και μπήκαν. Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη —ίσως κάποιος στρατιώτης πήρε έναν φανό, αν και δεν έπρεπε— αλλά, απ’ όσο κατάλαβα, το μισό οίκημα ανατινάχτηκε. Μπορεί να πρόκειται για υπερβολή, αλλά οι Σωντσάν πιστεύουν πως κάποιος Φωτοδότης έκανε χρήση της Μίας Δύναμης και...» Αναστέναξε, πασχίζοντας να κάνει τη φωνή του να ακούγεται ευγενική. Αίμα και στάχτες, δεν ήθελε με τίποτα να της τα πει όλα αυτά! Όμως, η γυναίκα τον αγριοκοίταζε, κι αυτό το καταραμένο γουδοχέρι κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του, έτοιμο να του τσακίσει το κρανίο. «Αλούντρα, οι Σωντσάν μάζεψαν όποιον βρήκαν ζωντανό στην αντιπροσωπεία, όπως και κάποιους Φωτοδότες που είχαν πάει στο Άμαντορ, καθώς κι οποιονδήποτε έμοιαζε με Φωτοδότη, και τους έκαναν όλους ντα’κοβάλε, που σημαίνει...»

«Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει!» αποκρίθηκε μανιασμένα η γυναίκα. Έστρεψε ξανά την προσοχή της στο μεγάλο γουδί κι άρχισε να κοπανάει με το γουδοχέρι τόσο δυνατά, ώστε ο Ματ φοβήθηκε ότι αυτή η σκόνη, που έμπαινε μέσα στα βεγγαλικά, θα ανατιναζόταν. «Ηλίθιοι!» μουρμούρισε η γυναίκα θυμωμένη, κοπανώντας με θόρυβο το γουδοχέρι. «Θεότυφλοι ηλίθιοι! Μα τη Μία Δύναμη, πρέπει να κρατάς χαμηλωμένο το κεφάλι και να προχωράς αμέριμνος, για να μη δίνεις στόχο, αλλά αυτοί δεν λένε να καταλάβουν!» Ρουθούνισε και σκούπισε με το επάνω μέρος της παλάμης τα μάγουλά της. «Κάνεις λάθος, νεαρέ μου φίλε. Όσο ζει έστω κι ένας Φωτοδότης, ζει κι η Συντεχνία, κι εγώ μαζί!» Χωρίς να τον κοιτάει, σκούπισε ξανά τα μάγουλά της με το χέρι της. «Και τι θα κάνεις αν σου δώσω τα πυροτεχνήματα; Θα τα εκτοξεύσεις εναντίον των Σωντσάν από τον καταπέλτη;» Το κοροϊδευτικό ξεφύσημά της μαρτυρούσε τι άποψη είχε επ’ αυτού.