«Τι κακό έχει αυτή η ιδέα;» τη ρώτησε αμυνόμενος. Ένας σκορπιός, καταπέλτης ανοιχτού χώρου δηλαδή, είχε τη δυνατότητα να πετάξει μια πέτρα βάρους πέντε κιλών σε απόσταση πεντακοσίων ποδών, και πέντε κιλά βεγγαλικών θα έκαναν περισσότερη ζημιά από οποιαδήποτε πέτρα. «Τέλος πάντων, έχω μια καλύτερη ιδέα. Είδα αυτούς τους σωλήνες, με τους οποίους ρίχνεις νυχτολούλουδα στον ουρανό. Τριακόσια πόδια και παραπάνω, έτσι είπες. Στρέβλωσε λίγο τον έναν από τη μια μεριά, και στοιχηματίζω ότι μπορεί να ρίξει ένα νυχτολούλουδο στα χίλια πόδια».
Η γυναίκα απέμεινε να κοιτάει το γουδί και μουρμούρισε κάτι μέσα από τα δόντια της. «Σαν πολύ μιλάω», έτσι του φάνηκε του Ματ ότι είπε, όπως επίσης και κάτι για όμορφα μάτια, αλλά δεν έβγαινε νόημα. Έσπευσε να τη σταματήσει από το να αρχίσει πάλι να μιλάει περί Συντεχνιακών μυστικών. «Αυτοί οι σωλήνες είναι πολύ μικρότεροι από τους καταπέλτες, Αλούντρα. Αν, μάλιστα, είναι καλά κρυμμένοι, οι Σωντσάν δεν θα πάρουν είδηση από πού τους έρχονται. Σκέψου ότι, έτσι, θα πληρώσουν για όσα έκαναν στην αντιπροσωπεία».
Γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του και τον κοίταξε με σεβασμό. Που ήταν ανακατεμένος με έκπληξη, αλλά ο Ματ κατάφερε να αγνοήσει το γεγονός. Τα μάτια της ήταν κόκκινα γύρω-γύρω, και στα μαγουλά της υπήρχαν σημάδια από δάκρυα. Ίσως αν τοποθετούσε το χέρι του γύρω από... Συνήθως, οι γυναίκες εκτιμούν την παρηγοριά όταν κλαίνε.
Πριν προλάβει καλά-καλά να κάνει κάποια κίνηση, η Αλούντρα στριφογύρισε το γουδοχέρι, βάζοντάς το ανάμεσά τους και στρέφοντας το προς το μέρος του, σαν σπαθί που το κρατούσε με το ένα χέρι. Αυτά τα λεπτεπίλεπτα μπράτσα μάλλον ήταν δυνατότερα απ’ όσο έδειχναν— το ξύλινο ρόπαλο δεν έτρεμε διόλου στο χέρι της. Λία το Φως, σκέφτηκε, δεν μπορεί να ήξερε τι σκόπευα να κάνω!
«Η ιδέα δεν είναι κακή, για κάποιον που απλώς είδε τους σωλήνες των εκτοξευτήρων λίγες μέρες πριν», είπε. «Εγώ, όμως, το έχω σκεφτεί αυτό πολύ πριν από σένα. Είχα τους λόγους μου». Για μια στιγμή, μια πικρία φάνηκε στη φωνή της, αλλά ένα λεπτό αργότερα η φωνή της μαλάκωσε ξανά, παίρνοντας μάλιστα μια εύθυμη χροιά. «Μια κι είσαι τόσο ξύπνιος, θα σου βάλω ένα αίνιγμα, εντάξει;» είπε, ανασηκώνοντας το ένα της φρύδι. Πράγματι, κάτι υπήρχε που τη διασκέδαζε. «Θα μου πεις τι κέρδος θα έχω από έναν καμπανοχύτη, κι εγώ θα σου αποκαλύψω όλα τα μυστικά μου. Ακόμα κι αυτά που θα σε κάνουν να κοκκινίσεις, ναι;»
Λυτό, μάλιστα, ακουγόταν ενδιαφέρον. Ωστόσο, τα βεγγαλικά ήταν πιο σημαντικά από μια ώρα εναγκαλισμών μαζί της. Τι είδους μυστικά να είχε, άραγε, που θα τον έκαναν να κοκκινίσει; Πάντως, θα μπορούσε να την αιφνιδιάσει. Όλες αυτές οι αναμνήσεις των αντρών που είχαν σφηνωθεί μέσα στο κεφάλι του δεν είχαν να κάνουν πάντα με μάχες. «Ένας καμπανοχύτης», άρχισε να λέει σαν να ρέμβαζε, και χωρίς να έχει ιδέα πώς να συνεχίσει. Καμιά από όλες αυτές τις παλιές αναμνήσεις δεν του έδινε την παραμικρή νύξη. «Λοιπόν... υποθέτω πως ένας καμπανοχύτης θα μπορούσε... Ίσως...»
«Όχι», του αποκρίθηκε με ξαφνική ζωηράδα. «Θα φύγεις και θα ξαναέρθεις σε δυο-τρεις μέρες. Έχω δουλειά να κάνω, κι εσύ μου αποσπάς την προσοχή με όλες αυτές τις ερωτήσεις και τα καλοπιάσματα. Όχι, δεν σηκώνω κουβέντα. Θα φύγεις τώρα».
Με βλέμμα βλοσυρό, ο Ματ σηκώθηκε και τοποθέτησε το πλατύγυρο καπέλο στο κεφάλι του. Καλοπιάσματα; Άκου καλοπιάσματα! Αίμα και στάχτες! Είχε ρίξει τον μανδύα του όπως-όπως στην είσοδο και, καθώς έσκυψε να τον σηκώσει, μούγκρισε ελαφρά. Καθόταν πάνω σε εκείνο το σκαμνί το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Από την άλλη, ίσως είχε κάνει κάποια πρόοδο ως προς την Αλούντρα. Αρκεί να έλυνε το αίνιγμά της. Κώδωνες κινδύνου. Γκονγκ που ανήγγελλαν την ώρα. Δεν έβγαινε νόημα.
«Μπορεί και να φιλούσα έναν τόσο έξυπνο, νεαρό άντρα όπως εσύ, αν δεν ανήκες σε άλλη», μουρμούρισε η γυναίκα, με εξαιρετική θέρμη στον τόνο της φωνής της. «Έχεις τόσο όμορφα οπίσθια».
Ο Ματ τινάχτηκε όρθιος, εξακολουθώντας να της έχει στραμμένη την πλάτη του. Το αναψοκοκκίνισμα στο πρόσωπό του ήταν γνήσια οργή, άρα η γυναίκα ήξερε τι έλεγε όταν του είχε πει ότι θα κοκκίνιζε. Συνήθως, ξεχνούσε τι φορούσε, εκτός αν του το υπενθύμιζε κάποιος. Είχαν συμβεί δυο-τρία τέτοια περιστατικά σε ταβέρνες. Ενώ ήταν πεσμένος ανάσκελα με το πόδι σε νάρθηκα και τα πλευρά γεμάτα επιδέσμους, η Τάυλιν τού είχε κρύψει τα ρούχα. Δεν είχε βρει ακόμα το σημείο, αλλά σίγουρα ήταν κρυμμένα, όχι καμένα. Σε τελική ανάλυση, δεν σκόπευε να τον κρατήσει για πάντα. Το μόνο δικό του που απέμεινε ήταν το καπέλο του και το μαύρο μεταξωτό φουλάρι, που ήταν τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του. Και το ασημένιο μενταγιόν με την αλεπουδοκεφαλή, φυσικά, που κρεμόταν από ένα δερμάτινο κορδόνι κάτω από την πουκαμίσα του. Και τα μαχαίρια του. Πράγματι, θα ένιωθε χαμένος δίχως αυτά. Όταν, τελικά, κατάφερε να συρθεί από το καταραμένο κρεβάτι, η καταραμένη γυναίκα είχε φροντίσει να του ράψουν καινούργια ρούχα, ενώ η ίδια καθόταν απαθής, παρακολουθώντας τις καταραμένες τις μοδίστρες να του παίρνουν μέτρα! Η χιονάτη δαντέλα στους καρπούς του έκρυβε σχεδόν τα καταραμένα του χέρια, εκτός κι αν ήταν προσεκτικός, ενώ η υπόλοιπη δαντέλα κατέβαινε από τον λαιμό του μέχρι σχεδόν τη μέση, που έκαιγε από τον πόνο. Στην Τάυλιν άρεσαν οι άντρες που φορούσαν δαντέλες. Ο μανδύας του είχε ένα ζωηρό, πορφυρό χρώμα, εξίσου κόκκινο με το εφαρμοστό του παντελόνι, στη δε κόψη του ήταν, άκουσον-άκουοον, διακοσμημένος με στριφογυριστές έλικες και ρόδα. Για να μην αναφέρουμε το λευκό οβάλ στον αριστερό του ώμο, με το πράσινο Ξίφος και την Άγκυρα, έμβλημα του Οίκου των Μίτσομπαρ. Το πανωφόρι του ήταν επαρκώς γαλάζιο για Μάστορα, δουλεμένο με κόκκινους και χρυσαφιούς Δακρυνούς δαιδάλους πάνω στο στήθος και σε όλο το μήκος των μανικιών. Ούτε που ήθελε να θυμάται τι πέρασε μέχρι να πείσει την Τάυλιν να μη συμπεριλάβει τα μαργαριτάρια, τα ζαφείρια και το Φως μόνο ξέρει τι άλλο είχε στο μυαλό της. Εκτός των άλλων, ήταν και πολύ κοντό. Ανάρμοστα κοντό! Στην Τάυλιν άρεσαν τα καταραμένα τα οπίσθιά του, και δεν έμοιαζε να νοιάζεται αν τα κοιτάνε κι άλλες!