Τοποθέτησε τον μανδύα γύρω από τους ώμους του —κάτι ήταν κι αυτό— κι άδραξε την ψηλή έως τον ώμο του μαγκούρα από το σημείο που την είχε αφήσει γερτή, δίπλα στην πόρτα. Ο γοφός και το πόδι του εξακολουθούσαν να πονούν, και μόνο ο ίδιος μπορούσε να διώξει τον πόνο. «Σε δυο-τρεις μέρες, λοιπόν», είπε με τη μέγιστη δυνατή αξιοπρέπεια.
Η Αλούντρα γέλασε ελαφρώς, μα αρκετά δυνατά, ώστε να την ακούσει. Μα το Φως, το γέλιο μιας γυναίκας μπορούσε να σε επηρεάσει περισσότερο από τις βρισιές ενός αχθοφόρου στην αποβάθρα! Επιπλέον, το γέλιο μιας γυναίκας έκρυβε πάντα σκοπιμότητα.
Βγήκε κουτσαίνοντας και, μόλις κατέβηκε τα πρώτα ξύλινα σκαλοπάτια, που ήταν προσαρμοσμένα στο υποστήριγμα του κάρου, έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Ο απογευματινός ουρανός έμοιαζε πολύ με τον πρωινό: γκρίζος, ανεμώδης και καλυμμένος από μελαγχολικά σύννεφα. Ένας δυνατός άνεμος έπνεε κατά ριπάς, συμπληρώνοντας την ατμόσφαιρα. Στην πραγματικότητα, η Αλτάρα δεν είχε κανονικό χειμώνα, αν κι ο καιρός της δεν διέφερε ιδιαίτερα. Αντί για χιόνι, υπήρχαν παγερές βροχές και καταιγίδες που λυσσομανούσαν μέχρι τη θάλασσα, ενώ η υγρασία έκανε το ψύχος δριμύτερο. Το έδαφος, κάτω από τις μπότες σου, έμοιαζε μουσκεμένο, παρότι ξερό. Συνοφρυωμένος, ο Ματ ξεμάκρυνε κουτσαίνοντας από την άμαξα.
Γυναίκες! Ωστόσο, η Αλούντρα ήταν αρκετά χαριτωμένη, άσε που ήξερε να φτιάχνει πυροτεχνήματα. Καμπανοχύτης; Ίσως μπορούσε να λύσει τον γρίφο στο πι και φι, μέσα σε δυο μέρες. Αρκεί να μην τον κυνηγούσε η Αλούντρα, κάτι που, τελευταία, αρέσκονταν να κάνουν κάμποσες γυναίκες. Μήπως η Τάυλιν είχε αλλάξει κάτι επάνω του, για να κάνει τις γυναίκες να τον κυνηγούν όπως η ίδια; Όχι, αυτό ήταν γελοίο. Ο άνεμος παρέσυρε τον μανδύα του, κάνοντάς τον να ανεμίζει, αλλά ο Ματ ήταν τόσο απορροφημένος, ώστε δεν έδωσε σημασία. Δύο λυγερόκορμες γυναίκες —μάλλον ακροβάτισσες— του χαμογέλασαν πονηρά καθώς τις προσπερνούσε, κι εκείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο κι απομακρύνθηκε γρήγορα. Η Τάυλιν δεν τον είχε αλλάξει. Εξακολουθούσε να είναι ο άντρας που ήταν πάντα.
Ο θίασος του Λούκα ήταν πενήντα φορές μεγαλύτερος απ’ όσο του είχε περιγράψει ο Θομ, ίσως και περισσότερο, ένα απλωμένο συνονθύλευμα σκηνών και κάρων, σε μέγεθος μεγάλου χωριού. Παρά τον άσχημο καιρό, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που επιδείκνυαν το ταλέντο τους. Μια γυναίκα με χυτή, άσπρη μπλούζα και παντελόνια εφαρμοστά όσο και τα δικά του ταλαντευόταν μπρος-πίσω σε ένα κρεμαστό σχοινί, αναρτημένο ανάμεσα σε δύο ψηλούς πασσάλους, και κατόπιν πετάχτηκε ψηλά και, με κάποιον τρόπο, σκάλωσε το πόδι της στο σχοινί πριν καρφωθεί στο έδαφος. Ύστερα, στριφογύρισε για να ξαναπιάσει το σχοινί, τραβήχτηκε στην προηγούμενη θέση της κι επανέλαβε το ίδιο πράγμα. Όχι πολύ μακριά, ένας τύπος έτρεχε στην κορυφή ενός τροχού σε σχήμα αυγού με μήκος περίπου είκοσι πόδια, σκαρφαλωμένου σε μια πλατφόρμα που, όταν ορμούσε προς τη στενή άκρη, τον έσπρωχνε ψηλά πάνω από το έδαφος, ψηλότερα απ’ ό,τι η γυναίκα που παραλίγο να έσπαγε τον λαιμό της πρωτύτερα. Ο Ματ πρόσεξε έναν γυμνόστηθο άντρα, που κυλούσε τρεις λαμπερές μπάλες κατά μήκος των μπράτσων του και διαγώνια στους ώμους του χωρίς καν να τις αγγίζει με τα χέρια του. Ενδιαφέρον. Μπορεί να τα κατάφερνε κι ο ίδιος. Αν μη τι άλλο, οι μπάλες αυτές ούτε σε μάτωναν ούτε σου άφηναν κουσούρια. Είχε χορτάσει από τέτοια για μια ολόκληρη ζωή.