Ωστόσο, αυτό που του τράβηξε πραγματικά την προσοχή ήταν τα παραταγμένα άλογα, που απλώνονταν σε μια μακριά σειρά, όπου δυο ντουζίνες άντρες, κουκουλωμένοι για να προστατεύονται από το κρύο, φτυάριζαν κοπριά κάνοντας βουναλάκια. Εκατοντάδες άλογα. Πιθανότατα, ο Λούκα είχε προσφέρει καταφύγιο σε κάποιον Σωντσάν εκπαιδευτή ζώων, κι η αμοιβή του ήταν μια εξουσιοδότηση, υπογεγραμμένη από την ίδια την Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ, που του επέτρεπε να κρατήσει όλα τα ζώα του. Το άλογο του Ματ, ο Πιπς, ήταν ασφαλές, αφού τη γλίτωσε από τη λοταρία που είχε διατάξει η Σούροθ, επειδή βρισκόταν στους στάβλους του Παλατιού Τάρασιν, ωστόσο ήταν πέρα από τις δυνάμεις του Ματ να βγάλει το μουνούχι του από αυτούς τους στάβλους. Ήταν λες κι η Τάυλιν τού είχε περάσει λαιμαριά, και δεν σκόπευε να τον αφήσει σύντομα.
Απέστρεψε το βλέμμα του και σκέφτηκε μήπως θα ήταν καλή ιδέα να βάλει τον Βάνιν να κλέψει μερικά από τα άλογα του θιάσου, σε περίπτωση που οι συνομιλίες με τον Λούκα δεν είχαν αίσιο τέλος. Απ’ όσα γνώριζε ο Ματ σχετικά με τον Βάνιν, θα ήταν σαν να του έλεγε να κάνει απογευματινό περίπατο. Μπορεί ο Βάνιν να ήταν παχύς, αλλά είχε την ικανότητα να κλέψει και να καβαλήσει οποιοδήποτε άλογο στην οικουμένη. Δυστυχώς, ο Ματ αμφέβαλλε κατά πόσον θα μπορούσε ο ίδιος να καθίσει πάνω σε σέλα για περισσότερο από ένα μίλι. Πάντως, καλό θα ήταν να το σκεφτεί και δεύτερη φορά. Είχε αρχίσει να απελπίζεται.
Κουτσαίνοντας στο διάβα του, παρατηρώντας νωχελικά τις επιδείξεις των ταχυδακτυλουργών και των ακροβατών, αναρωτήθηκε πώς είχαν φτάσει μέχρι εκεί τα πράγματα. Αίμα και στάχτες! Ήταν τα’βίρεν! Υποτίθεται πως μπορούσε να πλάσει κατά βούληση τον κόσμο γύρω του! Και να πού είχε καταλήξει, κολλημένος στο Έμπου Νταρ, παιχνιδάκι στα χέρια της Ταύλιν —αυτή η γυναίκα δεν τον άφηνε καν να γιατρευτεί εντελώς, πηδούσε επάνω του σαν πάπια που ορμάει σε σκαθάρι!— κι ενώ όλοι οι άλλοι την περνούσαν φίνα. Οι γυναίκες του Σογιού την καλόπιαναν και την κανάκευαν, με τη Νυνάβε να ξεχωρίζει εμφανώς. Μόλις συνειδητοποιούσε η Εγκουέν ότι αυτές οι τρελαμένες Άες Σεντάι, που την είχαν ονοματίσει Άμερλιν, δεν το εννοούσαν πραγματικά, ο Ταλμέηνς κι η Ομάδα του Κόκκινου Χεριού θα αναλάμβαναν να την εξαφανίσουν. Μα το Φως, η Ηλαίην θα φορούσε πια το Ρόδινο Στέμμα, αν τη γνώριζε! Ο Ραντ κι ο Πέριν πιθανότατα ραχάτευαν δίπλα σε κάποιο τζάκι ανακτόρου, πίνοντας κρασί και λέγοντας αστεία.
Έκανε μια γκριμάτσα κι έτριψε το μέτωπό του, καθώς μια αμυδρή έξαψη χρωμάτων έμοιαζε να στριφογυρίζει μέσα στο κεφάλι του, κάτι που συνέβαινε τελευταία, όποτε σκεφτόταν έναν από τους δύο άντρες. Δεν είχε ιδέα γιατί, ούτε κι ήθελε να μάθει. Το μόνο που ήθελε ήταν να το κάνει να σταματήσει. Μακάρι να μπορούσε να φύγει από το Έμπου Νταρ και να πάρει μαζί του το μυστικό των πυροτεχνημάτων, το οποίο θα μπορούσε να διαρρεύσει από μέρα σε μέρα.
Ο Θομ κι ο Μπέσλαν βρίσκονταν εκεί που τους είχε αφήσει, πίνοντας τα με τον Λούκα, μπροστά από την περίτεχνα διακοσμημένη άμαξα του τελευταίου, αλλά δεν τους πλησίασε αμέσως. Για κάποιο λόγο, ο Λούκα είχε αντιπαθήσει αυτομάτως τον Ματ Κώθον. Τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, αλλά ο Ματ είχε κάποιον λόγο. Ο Λούκα είχε ένα αυτάρεσκο, ματαιόδοξο ύφος και χαζογελούσε όποτε έβλεπε γυναίκα. Φαινόταν να πιστεύει πως όλες οι γυναίκες του κόσμου απολάμβαναν να τον κοιτάνε. Μα το Φως, ήταν παντρεμένος!
Ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς σε μια επίχρυση καρέκλα, την οποία μάλλον είχε βουτήξει από το παλάτι, ο Λούκα γελούσε κι έκανε διαχυτικές και μεγαλοπρεπείς κινήσεις προς το μέρος του Θομ και του Μπέσλαν, οι οποίοι κάθονταν σε πάγκους, ένας σε κάθε μεριά. Χρυσά άστρα και κομήτες κάλυπταν το λαμπερό, κόκκινο πανωφόρι και τον χιτώνα του Λούκα. Ακόμα κι ένας Μάστορας θα κοκκίνιζε, άσε που θα τον έπιαναν τα κλάματα μόλις έβλεπε την άμαξά του! Κατά πολύ μεγαλύτερο από το κάρο εργασίας της Αλούντρα, αυτό το πράγμα έμοιαζε λουστραρισμένο! Οι φάσεις της σελήνης επαναλαμβάνονταν σε ασημί χρώμα γύρω από την άμαξα, ενώ χρυσά άστρα και κομήτες κάθε μεγέθους κάλυπταν την υπόλοιπη κυανέρυθρη επιφάνεια. Στο σκηνικό αυτό, ο Μπέσλαν έμοιαζε πολύ συνηθισμένος, με το πανωφόρι και τον μανδύα του να απεικονίζουν πουλιά που χιμούν προς τα κάτω. Ο Θομ, σκουπίζοντας με την ανάποδη του χεριού του το κρασί από τα μεγάλα, άσπρα μουστάκια του, έμοιαζε ατημέλητος, έτσι όπως ήταν ντυμένος με το απλό μάλλινο στο χρώμα του χαλκού και τον σκούρο χιτώνα.