Ένα πρόσωπο που, κανονικά, θα έπρεπε να είναι παρόν, δεν υπήρχε, αλλά με μια γρήγορη ματιά τριγύρω, ο Ματ παρατήρησε μια γυναικοπαρέα σε μια γειτονική άμαξα. Οι ηλικίες κυμαίνονταν από τη δική του έως κι ώριμες γυναίκες με γκριζαρισμένα μαλλιά, αλλά όλες έμοιαζαν να χαχανίζουν με κάτι που είχαν περικυκλώσει. Αναστενάζοντας, ο Ματ κίνησε προς το μέρος τους.
«Να, απλώς δεν μπορώ να αποφασίσω», ακούστηκε η τσιριχτή φωνή ενός αγοριού από το κέντρο του κύκλου που είχαν σχηματίσει οι γυναίκες. «Όταν σε κοιτάζω, Μέρισι, τα μάτια σου είναι τα ωραιότερα που έχω δει ποτέ. Όταν, όμως, κοιτάζω εσένα, Νέιλυν, τα δικά σου είναι τα πιο ωραία. Τα χείλη σου μοιάζουν με ώριμα κεράσια, Τζίλιν, ενώ τα δικά σου, Άντρια, με προκαλούν να τα φιλήσω. Ο λαιμός σου, Ζαμέν, είναι γεμάτος χάρη, όπως ενός κύκνου...»
Καταπίνοντας μια βρισιά, ο Ματ επιτάχυνε όσο μπορούσε το βήμα του και πέρασε μέσα από τη συντροφιά των γυναικών, μουρμουρίζοντας συγγνώμες δεξιά κι αριστερά. Στη μέση του κύκλου στεκόταν ο Όλβερ, ένα κοντό, χλωμό αγόρι, που πόζαρε μειδιώντας πλατιά πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη γυναίκα. Το μειδίαμα αποκάλυπτε τα δόντια του, κι αυτό ήταν αρκετό για να κάνει οποιαδήποτε από τις παρευρισκόμενες γυναίκες να του τραβήξει τα αυτιά.
«Συγχωρήστε τον, παρακαλώ», μουρμούρισε ο Ματ, πιάνοντας το χέρι του αγοριού. «Έλα, Όλβερ. Πρέπει να πάμε πίσω, στην πόλη. Πάψε να ανεμίζεις τον μανδύα σου. Δεν ξέρει τι λέει, κι η αλήθεια είναι πως δεν έχω ιδέα πού ξετρύπωσε αυτό το πράγμα».
Ευτυχώς, οι γυναίκες γέλασαν κι ανακάτεψαν τα μαλλιά του Όλβερ καθώς ο Ματ τον απομάκρυνε. Μερικές, μάλιστα, ακούστηκαν να λένε πως ήταν γλυκούλης! Μια από δαύτες έβαλε το χέρι της κάτω από τον μανδύα του Ματ και τον τσίμπησε στα πισινά. Γυναίκες!
Μόλις απομακρύνθηκαν, ο Ματ αγριοκοίταξε το αγόρι που περπατούσε ανάλαφρα και χαρούμενα στο πλευρό του. — Ο Όλβερ είχε μεγαλώσει από την τελευταία φορά που τον είδε, αλλά εξακολουθούσε να είναι κοντός για την ηλικία του. Με αυτό το πλατύ στόμα και τα μεγάλα αυτιά δεν θα γινόταν ποτέ ευπαρουσίαστος. «Θα μπλέξεις άσχημα αν μιλάς με αυτόν τον τρόπο στις γυναίκες», του είπε ο Ματ. «Οι γυναίκες θέλουν άντρες ήσυχους και με καλούς τρόπους. Και συγκρατημένους. Συγκρατημένους και κάπως ντροπαλούς. Καλλιέργησε αυτά τα προτερήματα, και θα τα πας πολύ καλά».
Ο Όλβερ τον κοίταξε με ανοικτό το στόμα και του έριξε μια δύσπιστη ματιά, ενώ ο Ματ αναστέναξε. Ένα σωρό θείους είχε αυτό το παιδί να το φροντίζουν, και καθένας τους, εκτός του ίδιου του Ματ, αποτελούσε κακή επιρροή.
Η παρουσία του Θομ και του Μπέσλαν ήταν αρκετή για να ξαναφανεί το μειδίαμα στα χείλη του Όλβερ, ο οποίος τράβηξε το χέρι του από την αρπάγη του Ματ κι έτρεξε προς το μέρος τους γελώντας. Ο Θομ τον είχε διδάξει πώς να κάνει ταχυδακτυλουργικά και πώς να παίζει άρπα κι αυλό, ενώ ο Μπέσλαν πώς να χειρίζεται το ξίφος. Οι υπόλοιποι «θείοι» τον δίδασκαν άλλα πράγματα, σχετικά με ποικίλες τέχνες. Ο Ματ, μόλις ανακτούσε τις δυνάμεις του, σκόπευε να τον μάθει να χειρίζεται το μακρύ ραβδί και το τόξο των Δύο Ποταμών. Τι τον δίδασκαν ο Τσελ Βάνιν κι οι Κοκκινόχεροι, δεν ήθελε καν να το σκέφτεται.
Με το που πλησίασε ο Ματ, ο Λούκα ανασηκώθηκε από τη φανταχτερή καρέκλα του, και το ηλίθιο χαμόγελο μετατράπηκε σε ξινή γκριμάτσα. Κοίταξε τον Ματ από την κορυφή έως τα νύχια, έριξε επάνω του με μια κίνηση γεμάτη φανφάρα τον γελοίο μανδύα του κι ανακοίνωσε με βροντώδη φωνή: «Είμαι πολυάσχολος. Έχω πολλές δουλειές. Πιθανότατα, σύντομα θα έχω την τιμή να φιλοξενήσω την Υψηλή Αρχόντισσα Σούροθ για μια ιδιωτική επίδειξη». Απομακρύνθηκε χωρίς άλλη λέξη, κρατώντας τον στολισμένο μανδύα με το ένα χέρι, έτσι που οι ριπές του αέρα τον έκαναν να ανεμίζει πίσω του σαν λάβαρο.
Ο Ματ μάζεψε τον δικό του γύρω από τους ώμους του και τον κράτησε και με τα δύο χέρια. Η αξία ενός μανδύα είναι η ζεστασιά που προσφέρει. Είχε δει τη Σούροθ στο Παλάτι, αλλά ποτέ από κοντά. Όχι από τόσο κοντά όσο θα ήθελε, τουλάχιστον. Του ήταν αδύνατον να φανταστεί ότι αυτή η γυναίκα θα έδινε ποτέ σημασία στο Μεγάλο Ταξιδιωτικό Θέαμα του Βάλαν Λούκα και στη Μεγαλειώδη Επίδειξη Ασυνήθιστων Θαυμάτων του, όπως διατυμπάνιζε με κόκκινα γράμματα και σε ύψος ενός ποδιού το σημαιάκι που ήταν δεμένο ανάμεσα σε δύο ψηλούς πασσάλους, στην είσοδο. Αν το έκανε, το πιθανότερο ήταν να φάει τα λιοντάρια ή να τα τρομάξει θανάσιμα.
«Συμφώνησε, Θομ, ή όχι ακόμα;» ρώτησε ο Ματ ήρεμα, ρίχνοντας μια βλοσυρή ματιά προς το μέρος του Λούκα.
«Μπορούμε να ταξιδέψουμε μαζί του όταν φύγει από το Έμπου Νταρ», αποκρίθηκε ο αποσαθρωμένος άντρας. «Με το αζημίωτο, βέβαια». Ξεφύσηξε με τα ρουθούνια του, και τα μουστάκια του αναδεύτηκαν. Κατόπιν, με μια νευρική κίνηση, πέρασε το χέρι του μέσα από τα άσπρα μαλλιά του. «Με αυτά που ζητάει, θα μπορούσαμε να φάμε και να κοιμηθούμε σαν βασιλιάδες, αλλά επειδή τον ξέρω, αμφιβάλλω αν θα το κάνουμε. Δεν πιστεύει ότι είμαστε εγκληματίες, μια και κυκλοφορούμε ακόμα ελεύθεροι, αλλά ξέρει ότι θέλουμε να ξεφύγουμε από κάτι, αλλιώς θα επιλέγαμε διαφορετική μέθοδο ταξιδιού. Δυστυχώς, δεν σκοπεύει να φύγει, τουλάχιστον μέχρι την άνοιξη».