Выбрать главу

Διάφορες βρισιές ξεπήδησαν στο μυαλό του Ματ. Μέχρι την άνοιξη. Μόνο το Φως ήξερε τι θα του είχε κάνει η Τάυλιν έως τότε, ή τι θα τον είχε αναγκάσει να κάνει. Ίσως το να βάλει τον Βάνιν να κλέψει μερικά άλογα δεν ήταν και τόσο άσχημη ιδέα, τελικά. «Σε αυτή την περίπτωση, θα έχω περισσότερο χρόνο για ζάρια», είπε, λες και δεν τον ένοιαζε. «Αν ζητάει όσα λες, θα χρειαστεί να φουσκώσω το πουγκί μου. Ένα καλό που έχουν οι Σωντσάν είναι πως δεν τους νοιάζει αν χάσουν». Προσπάθησε να είναι προσεκτικός με την τύχη του, αφού δεν ήξερε πόσο θα κρατούσε ακόμα, κι η αλήθεια είναι πως δεν είχε αντιμετωπίσει ακόμα απειλές ότι θα του κόψουν τον λαιμό επειδή κλέβει, κι η απόδειξη γι’ αυτό ήταν ότι κατόρθωσε να βγει από το Παλάτι μόνος του. Αρχικά, πίστεψε ότι είχε τύχη βουνό, ή ότι, τελικά, το να είσαι τα’βίρεν είχε και τα καλά του.

Ο Μπέσλαν τού έριξε μια σοβαρή ματιά. Ήταν ένας μελαχρινός, λεπτοκαμωμένος άντρας, λίγο νεότερος του Ματ, φαιδρός κι έκλυτος όταν ο Ματ τον πρωτοσυνάντησε, πάντα έτοιμος για μια τσάρκα στις ταβέρνες, ειδικά αν αυτή η τσάρκα κατέληγε σε γυναικεία παρέα ή σε καυγά. Ωστόσο, από τότε που ήρθαν οι Σωντσάν, είχε σοβαρέψει. Για τον ίδιο, το θέμα των Σωντσάν ήταν πολύ σοβαρό. «Η μητέρα μου θα δυσαρεστηθεί αν μάθει ότι βοήθησα τον καλό της να εγκαταλείψει το Έμπου Νταρ, Ματ. Θα με παντρέψει με καμιά τριχωτή αλλήθωρη, που θα μοιάζει με Ταραμπονέζο στρατιώτη».

Έπειτα από τόσο καιρό, ο Ματ μόρφασε. Δεν μπορούσε να συνηθίσει στην ιδέα ότι ο γιος της Τάυλιν θεωρούσε σωστά όσα έκανε η μάνα του με τον Ματ. Βέβαια, ο Μπέσλαν είχε αρχίσει να πιστεύει πως η μάνα του άρχισε να γίνεται κομμάτι κτητική —ελάχιστα, δηλαδή!— αλλά αυτός ήταν κι ο μοναδικός λόγος που προσφερόταν να βοηθήσει. Ο Μπέσλαν ισχυριζόταν πως ο Ματ ήταν ό,τι χρειαζόταν η μητέρα του για να αποσπάσει την προσοχή της από τις συμφωνίες που είχε αναγκαστεί να κάνει με τους Σωντσάν! Κάποιες φορές, ο Ματ ευχόταν να ήταν πίσω, στους Δυο Ποταμούς, όπου τουλάχιστον καταλάβαινες πώς σκέφτονταν οι άλλοι. Κάποιες φορές.

«Μπορούμε τώρα να γυρίσουμε στο Παλάτι;» ρώτησε ο Όλβερ, απαιτώντας περισσότερο παρά ρωτώντας. «Έχω μάθημα ανάγνωσης με την Αρχόντισσα Ρισέλ. Με αφήνει ν’ ακουμπάω το κεφάλι μου στο στήθος της, ενώ μου διαβάζει».

«Εξαιρετικό κατόρθωμα, Όλβερ», είπε ο Θομ, χαϊδεύοντας τα μουστάκια του για να κρύψει ένα χαμόγελο. Έγειρε πιο κοντά στους άλλους δύο άντρες και τους είπε χαμηλόφωνα, έτσι ώστε να μην ακούσει το αγόρι: «Η γυναίκα αυτή με βάζει να παίζω άρπα πριν μου επιτρέψει να ακουμπήσω το δικό μου κεφάλι σε αυτό το υπέροχο μαξιλάρι».

«Η Ρισέλ τούς βάζει όλους να τη διασκεδάσουν πρώτα», είπε ο Μπέσλαν, κακαρίζοντας πονηρά, κι ο Θομ τον κοίταξε έκπληκτος.

Ο Ματ μούγκρισε. Όχι εξαιτίας του ποδιού του αυτή τη φορά ή λόγω του γεγονότος ότι κάθε άντρας στο Έμπου Νταρ φαινόταν να διαλέγει το στήθος όπου θα έγερνε το κεφάλι του, πλην της αφεντιάς του. Αυτά τα καταραμένα ζάρια άρχισαν ξανά να στριφογυρίζουν μέσα στο μυαλό του. Κάτι κακό βρισκόταν καθ’ οδόν. Κάτι πολύ κακό.

16

Ένα Απρόσμενο Συναπάντημα

Ο δρόμος της επιστροφής στην πόλη ήταν μεγαλύτερος από δύο χιλιόμετρα και περνούσε μέσα από χαμηλούς λόφους, που πότε απομάκρυναν τον πόνο από το πόδι του Ματ και πότε τον επανέφεραν, πριν περάσουν την κορυφή τους κι αντικρίσουν μπροστά τους το Έμπου Νταρ, πίσω από τον υπερβολικά παχύ και περασμένο με άσπρο ασβεστοκονίαμα τοίχο, που κανένας πολιορκητικός καταπέλτης δεν είχε σταθεί ικανός να παραβιάσει. Η πόλη στο εσωτερικό ήταν επίσης άσπρη, μολονότι ξεπηδούσαν εδώ κι εκεί μυτεροί θόλοι με χρωματιστές λωρίδες. Τα κτήρια με το λευκό ασβεστοκονίαμα, λευκοί οβελίσκοι, πύργοι και παλάτια, λαμπύριζαν ακόμα και κάτω από αυτό το γκρίζο, χειμωνιάτικο πρωινό. Πού και που διακρινόταν κάποιος πύργος με ακανόνιστη κορυφή ή ένα κενό, εκεί όπου είχε κατεδαφιστεί κάποιο κτήριο, αλλά η αλήθεια ήταν πως η κατάκτηση των Σωντσάν δεν είχε προξενήσει μεγάλες ζημιές. Ήταν πολύ γρήγοροι και δυνατοί και κατέλαβαν την πόλη πριν οι σκόρπιοι αντιστασιακοί προλάβουν να οργανωθούν.