Παραδόξως, το εμπόριο, ειδικά αυτή την εποχή του χρόνου, δεν είχε μειωθεί σχεδόν καθόλου με την πτώση της πόλης. Οι Σωντσάν το ενθάρρυναν, παρ’ όλο που οι έμποροι, οι καπετάνιοι και τα πληρώματά τους έπρεπε να πάρουν όρκο υποταγής στους Προδρόμους, να περιμένουν τον Γυρισμό και να υπηρετούν Αυτούς Που Γυρίζουν στην Πατρίδα. Σε πρακτικό επίπεδο, αυτό σήμαινε πως διάγεις τον συνηθισμένο τρόπο ζωής σου, κι έτσι ήταν ελάχιστοι όσοι αντιδρούσαν. Στο πλατύ λιμάνι υπήρχαν όλο και περισσότερα πλοία κάθε φορά που το κοίταζε ο Ματ. Ειδικά αυτό το απόγευμα, θα μπορούσε να περπατήσει από το Έμπου Νταρ έως το Ράχαντ, μια κακόφημη συνοικία, την οποία δεν θα ξαναεπισκεπτόταν σύντομα. Συχνά, τις μέρες που ακολούθησαν από τότε που άρχισε πάλι να περπατάει κανονικά, κατέβαινε στις αποβάθρες για να χαζέψει. Όχι τα σκάφη με τα ραβδωτά πανιά, ούτε τα πλοία των Θαλασσινών, που οι Σωντσάν είχαν αλλάξει τα ξάρτια τους κι είχαν επανδρώσει με δικά τους πληρώματα, αλλά τα σκάφη με τις σημαίες που απεικόνιζαν τις Χρυσές Μέλισσες του Ίλιαν, ή το Ξίφος και το Χέρι του Άραντ Ντόμαν ή τις Ημισελήνους του Δακρύου. Δεν το έκανε πια. Σήμερα, ούτε καν κοίταξε προς το μέρος του λιμανιού. Αυτά τα ζάρια, που στριφογύριζαν μέσα στο κεφάλι του, έμοιαζαν να βρυχώνται σαν κεραυνοί. Ό,τι κι αν συνέβαινε, αμφέβαλλε πολύ αν θα του άρεσε, κάτι που, ούτως ή άλλως, σπανίως συνέβαινε από τη στιγμή που τον προειδοποιούσαν τα ζάρια.
Παρότι η ροή του πλήθους στη μεγάλη αψιδωτή είσοδο ήταν σταθερή κι οι πεζοί έμοιαζαν να στριμώχνονται για να περάσουν, μια πλατιά φάλαγγα από καρότσες και βοϊδάμαξες, που εκτεινόταν μέχρι πέρα, στο ύψωμα, περίμενε να εισέλθει χωρίς να κινείται σχεδόν καθόλου. Όποιος ήταν έφιππος, ήταν εξ ορισμού Σωντσάν, ασχέτως αν είχε σκούρα επιδερμίδα, όπως οι Θαλασσινοί, ή πελιδνή, όπως οι Καιρχινοί. Άλλωστε, δεν ξεχώριζαν μόνο επειδή ήταν έφιπποι. Κάποιοι από τους άντρες φορούσαν πολύπτυχα παντελόνια και παράξενα, σφιχτά πανωφόρια με ψηλούς γιακάδες, που έκλειναν εφαρμοστά μέχρι το σαγόνι, όπως επίσης και σειρές λαμπερά, μεταλλικά κουμπιά στο μπροστινό μέρος, ή χυτά πανωφόρια με περίτεχνα κεντήματα, μακριά σχεδόν όσο ένα φόρεμα. Ανήκαν στη Γενιά, όπως κι οι γυναίκες με τα παράξενα φορέματα ιππασίας, που έμοιαζαν φτιαγμένα από στενές πιέτες, με τις σκιστές φούστες, που αποκάλυπταν χρωματιστές μπότες, και φαρδιά μανίκια που κρέμονταν έως τα πόδια τους, που τα στήριζαν στους αναβολείς. Μερικές φορούσαν δαντελένια βέλα που άφηναν να φανούν μονάχα τα μάτια τους, έτσι που το πρόσωπό τους να μην εκτίθεται στα βλέμματα των κοινών θνητών. Ωστόσο, οι περισσότεροι καβαλάρηδες φορούσαν αρματωσιές με λαμπερά χρώματα ή μεταλλικά λέπια. Υπήρχαν και γυναίκες στρατιώτες, αν και δύσκολα θα τις διέκρινες με αυτές τις βαμμένες περικεφαλαίες, όμοιες με κεφάλια τερατωδών εντόμων. Τουλάχιστον, κανείς δεν φορούσε τις κοκκινόμαυρες στολές των Φρουρών του Θανάτου. Ακόμα κι οι άλλοι Σωντσάν έδειχναν νευρικοί όταν βρίσκονταν κοντά τους, κι αυτό ήταν αρκετή προειδοποίηση για τον Ματ για να τους αποφεύγει.
Όπως και να έχει όμως, κανείς από τους Σωντσάν δεν έριξε δεύτερη ματιά σε τρεις άντρες κι ένα αγόρι που βάδιζαν αργά προς την πόλη, κατά μήκος της φάλαγγας των καροτσιών και των αμαξών. Η αλήθεια ήταν πως οι άντρες περπατούσαν αργά, ενώ ο Όλβερ χοροπηδούσε. Το πόδι του Ματ ήταν η αιτία που επιβράδυνε την πορεία τους, αλλά προσπαθούσε να μη γίνει φανερό πόσο πολύ στηριζόταν στη μαγκούρα του. Τα ζάρια ανήγγελλαν συνήθως περιστατικά που παρά τρίχα κατάφερνε να τη γλιτώσει, όπως διάφορες μάχες ή κάποιο κτήριο που θα έπεφτε στο κεφάλι του. Ή την Τάυλιν. Δεν τολμούσε καν να σκεφτεί τι θα συνέβαινε όταν θα σταματούσαν αυτή τη φορά.
Σχεδόν σε όλες τις καρότσες και τις άμαξες που εγκατέλειπαν την πόλη, υπήρχαν Σωντσάν, οι οποίοι τις οδηγούσαν ή βάδιζαν πλάι τους, ντυμένοι απλούστερα από τους έφιππους και χωρίς να δείχνουν διόλου παράξενοι, αλλά όσοι περίμεναν στη γραμμή ήταν πιθανότατα Εμπουνταρινοί ή κάτοικοι των γύρω περιοχών, άντρες με μακρόστενα γιλέκα ή γυναίκες με φούστες ραμμένες στη μια μεριά, έτσι που να αποκαλύπτουν ένα καλτσωμένο πόδι ή ένα ζωηρόχρωμο μεσοφόρι, ανεβασμένοι πάνω σε άμαξες που, όπως και τα καρότσια τους, τις έσερναν βόδια. Εδώ κι εκεί, κατά μήκος της φάλαγγας, έβλεπες διάφορους ξενομερίτες, εμπόρους με μικρά καραβάνια από άμαξες που τις έσερναν άλογα. Εδώ, στον Νότο, υπήρχε περισσότερο εμπόριο τον χειμώνα παρά στον Βορρά, όπου οι έμποροι έπρεπε να δώσουν μάχη με τους χιονοσκέπαστους δρόμους, άσε που μερικοί έρχονταν από πολύ μακριά. Μια εύσωμη Ντομανή, με ένα όμορφο μπάλωμα πάνω στο χαλκόχρωμο μάγουλό της, επικεφαλής τεσσάρων αμαξών, άδραξε τον λουλουδάτο μανδύα γύρω από το κορμί της κι αγριοκοίταξε έναν μάλλον γλοιώδη άντρα πέντε άμαξες πιο κάτω, που έκρυβε τα μακριά και παχιά του μουστάκια πίσω από ένα Ταραμπονέζικο κάλυμμα και καθόταν δίπλα στον οδηγό. Ανταγωνιστής, αναμφίβολα. Μια λιγνή Καντορινή με ένα τεράστιο μαργαριτάρι στο αριστερό αυτί και με ασημένιες αλυσίδες στο στήθος καθόταν ήρεμα στη σέλα, με το γαντοφορεμένο της χέρι να ακουμπά στο μπροστάρι, αγνοώντας πιθανότατα πως, από τη στιγμή που θα έμπαιναν στην πόλη, τόσο το γκρίζο ευνουχισμένο της ζώο όσο κι οι δικοί της, που βρίσκονταν πάνω στην άμαξα, θα πήγαιναν κατευθείαν στη λοταρία. Ένα στα πέντε άλογα το έπαιρναν από τους ντόπιους και, για να μην παρεμποδίσουν το εμπόριο, ένα στα δέκα από τους ξενομερίτες. Ναι, το πλήρωναν, και μάλιστα η τιμή του ήταν αρκετά τσουχτερή μερικές μέρες, αλλά όχι ικανοποιητική για τις ανάγκες της αγοράς, δεδομένης της ζήτησης. Ο Ματ ανέκαθεν παρατηρούσε τα άλογα, έστω κι αδιάφορα. Ένας χοντρός Καιρχινός, με πανωφόρι εξίσου ατημέλητο με εκείνα των αμαξάδων του, φώναζε αγριεμένα για την καθυστέρηση, ενώ η καστανοκόκκινη φοράδα του έκανε νευρικές κινήσεις. Για φοράδα είχε πολύ καλό σουλούπι, κάλλιστα θα μπορούσε να ανήκει σε αξιωματικό. Τι θα συνέβαινε, άραγε, όταν θα σταματούσαν τα ζάρια;