Οι δρόμοι του Έμπου Νταρ ήταν ανέκαθεν γεμάτοι κόσμο, αλλά ποτέ δεν επικρατούσε αυτή η κατάσταση. Ήταν σαν να είχε σπάσει κάποιο φράγμα κι ένας καταιγισμός ανθρώπων είχε ξεχυθεί στην πόλη. Το πλήθος στριμωχνόταν στον δρόμο, μπροστά του, καταλαμβάνοντας όλο το φάρδος του, από τη μια μεριά μέχρι την άλλη, κυκλώνοντας ολόκληρες αρμαθιές από κατοικίδια ζώα που ουδέποτε είχε ξαναδεί, άσπρα βόδια με κηλίδες και μακριά κέρατα με κλίση προς τα επάνω, ωχρές, καφετιές κατσίκες καλυμμένες με ραφινάτο μαλλί, που κρεμόταν έως το λιθόστρωτο δάπεδο, και πρόβατα με τέσσερα κέρατα. Όποιον δρόμο και να κοιτούσε, έμοιαζε συνωστισμένος. Άμαξες και καρότσες πάσχιζαν να περάσουν μέσα από όλη αυτή τη μάζα, αν, δηλαδή, μπορούσαν να κινηθούν καθόλου, ενώ οι φωνές κι οι βωμολοχίες των αμαξάδων πνίγονταν στον ορυμαγδό των ζώων. Ο Ματ δεν ξεχώριζε λόγια, αλλά διέκρινε τις προφορές. Αργές και μακρόσυρτες προφορές των Σωντσάν. Κάποιοι από τους άντρες σκουντούσαν τον διπλανό τους κι έδειχναν προς το μέρος του, έτσι όπως ήταν ντυμένος με τα φανταχτερά του ρούχα. Έδειχναν χάσκοντας προς κάθε κατεύθυνση, λες και δεν είχαν ξαναδεί στη ζωή τους πανδοχείο ή μαχαιροποιείο, αλλά ο Ματ εξακολουθούσε να γρυλίζει μέσα από τα δόντια του, τραβώντας το γείσο του καπέλου του χαμηλότερα.
«Ο Γυρισμός», μουρμούρισε ο Θομ, κι αν ο Ματ δεν βρισκόταν ακριβώς πλάι του, δεν θα άκουγε τίποτα. «Όσο εμείς χουζουρεύαμε με τον Λούκα, το Κορίν κατέφθανε».
Ο Ματ σκεφτόταν συχνά τον Γυρισμό, κάτι για το οποίο οι Σωντσάν συνήθιζαν να αναφέρονται ως στρατιωτική εισβολή. Μια γυναίκα που εκτελούσε χρέη αμαξά φώναξε, κουνώντας το μαστίγιό της με τη μακρόστενη λαβή προς το μέρος κάποιων πιτσιρικάδων, που είχαν συρθεί στη μια πλευρά του πλαισίου του κάρου, για να σκαλίσουν κάτι που έμοιαζε με κληματαριές μέσα σε ξύλινους κάδους. Ένα άλλο κάρο κουβαλούσε ένα μακρόστενο πιεστήριο, κι ένα άλλο, που με το ζόρι κατάφερε να χωρέσει στη σήραγγα, μετέφερε αντικείμενα που έμοιαζαν με βαρέλια μπύρας κι ανέδιδαν μια αδιόρατη μυρωδιά λυκίσκου. Κιβώτια με κοτόπουλα, πάπιες και χήνες σε παράδοξα χρώματα στόλιζαν μερικές από αυτές τις άμαξες. Προφανώς, δεν ήταν για πούλημα, έμοιαζαν μάλλον με αποθέματα κάποιου αγρότη. Ναι, ο όχλος αυτός έδινε την εντύπωση στρατού, αλλά όχι όπως τον είχε φανταστεί ο Ματ. Πολύ πιο δύσκολα τα έβγαζες πέρα με δαύτους, παρά με κανονικούς στρατιώτες.
«Που να πάρει και να σηκώσει, πώς θα περάσουμε μέσα από όλο αυτό το πράγμα;» μούγκρισε αηδιασμένος ο Μπέσλαν, κι υψώθηκε στις μύτες των ποδιών του, πασχίζοντας να διακρίνει κάτι πάνω από όλο αυτό το πλήθος. «Πόσο θα μας πάρει να βρούμε άδειο δρόμο;»
Ο Ματ θυμήθηκε έξαφνα αυτό που δεν είχε δει, παρ’ όλο που ήταν μπροστά στα μάτια του, το κατάμεστο από πλοία λιμάνι. Κατάμεστο από πλοία. Θα πρέπει να ήταν δύο, μπορεί και τρεις, φορές περισσότερα από αυτά που υπήρχαν όταν έφυγαν για τον καταυλισμό του Λούκα με το φως της αυγής, μερικά μάλιστα μανουβράριζαν ακόμα με ορθάνοιχτα πανιά. Πράγμα που σήμαινε ότι υπήρχαν κι άλλα που περίμεναν να αγκυροβολήσουν. Μα το Φως! Πόσα από αυτά άδειασαν το εμπόρευμά τους από το πρωί; Πόσα περίμεναν να αδειάσουν; Μα το Φως, πόσο κόσμο κουβαλούσαν τόσο πολλά σκάφη; Και γιατί ήρθαν όλα εδώ αντί να πάνε στο Τάντσικο; Μια ανατριχίλα διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά του. Μπορεί να υπήρχαν κι άλλα.
«Καλύτερα να προσπαθήσεις να πας από τα πίσω δρομάκια και να βρεις κανένα σοκάκι», είπε, υψώνοντας τη φωνή του, για να ακουστεί πάνω από τη βαβούρα. «Αλλιώς, δεν θα φτάσεις στο Παλάτι πριν βραδιάσει».
Ο Μπέσλαν τον κοίταξε συνοφρυωμένος. «Δεν θα επιστρέψεις μαζί μας; Ματ, αν κάνεις πως δωροδοκείς κανέναν, για να σαλπάρεις ξανά... ξέρεις πως δεν θα σου χαριστεί αυτή τη φορά».
Ο Ματ ανταπέδωσε το συνοφρύωμα στον γιο της Βασίλισσας. «Θέλω απλώς να κάνω μια βόλτα στα πέριξ», είπε ψέματα. Μόλις επέστρεφε στο Παλάτι, η Τάυλιν θα άρχιζε να τον παραχαϊδεύει και να τον κανακεύει. Όχι ότι θα ήταν κι άσχημα, μόνο που η γυναίκα δεν έδινε πεντάρα ποιος θα την έβλεπε να του χαϊδεύει τα μάγουλα και να ψιθυρίζει λόγια στοργής στο αυτί του, συμπεριλαμβανομένου του γιου της. Επιπλέον, τι θα συνέβαινε αν ο χορός των ζαριών μέσα στο κεφάλι του σταματούσε όταν θα έφτανε κοντά της; Η λέξη «κτητική» δεν ήταν κατάλληλη για την Τάυλιν ετούτες τις μέρες. Αίμα και στάχτες, μπορεί αυτή η γυναίκα να είχε αποφασίσει να τον παντρευτεί! Ο ίδιος δεν ήθελε να παντρευτεί ακόμα, άσε που ήξερε ποια θα παντρευόταν, κι αυτή σίγουρα δεν ήταν η Τάυλιν Κουιντάρα Μίτσομπαρ. Τι θα έκανε, όμως, αν εκείνη είχε άλλη γνώμη;
Ξαφνικά, θυμήθηκε τα λόγια του Θομ περί «επικίνδυνης δουλειάς». Ήξερε τον Θομ τόσο καλά όσο και τον Μπέσλαν. Ο Όλβερ παρατηρούσε τους Σωντσάν με βλέμμα σκληρό, όσο σκληρό ήταν και το δικό τους όταν παρατηρούσαν τους άλλους τριγύρω. Κίνησε προς το μέρος τους για να τους δει κάπως καλύτερα, αλλά ο Ματ τον άδραξε από τον ώμο πάνω στην ώρα και, βάζοντάς του τις φωνές, τον έσπρωξε στην αγκαλιά του Θομ. «Πάρε το αγόρι στο Παλάτι και δώσ’ του ένα μάθημα μόλις η Ρισέλ ξεμπερδέψει μαζί του. Και ξέχνα όποια τρέλα έχεις κατά νου. Τα κεφάλια σας, και της Τάυλιν μαζί, μπορεί να κρεμαστούν ως έκθεμα έξω από την πύλη». Και το δικό του, επίσης. Καλύτερα να μην το ξεχνούσε αυτό!