Выбрать главу

Οι δύο άντρες κοίταξαν προς το μέρος του ανέκφραστοι, λες κι επιβεβαίωναν τις υποψίες του.

«Ίσως θα έπρεπε να σε συνοδεύσω στη βόλτα σου», είπε τελικά ο Θομ. «θα μπορούσαμε να συζητήσουμε. Είσαι αξιοσημείωτα τυχερός, Ματ, κι η αλήθεια είναι πως έχεις μια κλίση για... πώς να το πούμε... περιπέτεια, έτσι;» Ο Μπέσλαν συγκατάνευσε. Ο Όλβερ σφάδαζε στην αρπάγη του Θομ, πασχίζοντας ταυτόχρονα να κοιτάει όλο αυτό το παράξενο πλήθος και χωρίς να τον νοιάζει διόλου τι συζητούσαν οι μεγαλύτεροι του.

Ο Ματ γρύλισε ξινά. Γιατί, άραγε, όλοι ήθελαν να τον βλέπουν ως ήρωα; Αργά ή γρήγορα, αυτό θα τον σκότωνε. «Δεν χρειάζεται να συζητήσουμε τίποτα. Βρίσκονται εδώ, Μπέσλαν. Αν δεν μπορέσεις να τους σταματήσεις για να μην μπουν, είναι σίγουρο, όπως σε βλέπω και με βλέπεις, ότι μετά δεν θα καταφέρεις να τους διώξεις. Βέβαια, αν πιστέψουμε τις φήμες, θα τους αναλάβει ο Ραντ». Για άλλη μια φορά, εκείνα τα περιδινούμενα χρώματα άρχισαν να στριφογυρίζουν μέσα στο κεφάλι του, εξαλείφοντας για μια στιγμή τον ήχο των ζαριών. «Πήρες αυτόν τον καταραμένο όρκο, να περιμένεις τον Γυρισμό. Όλοι τον πήραμε». Η άρνηση είχε ως αποτέλεσμα να σε αλυσοδέσουν και να σε βάλουν να δουλεύεις στις αποβάθρες ή να καθαρίζεις τις διώρυγες του Ράχαντ, κάτι που, για τα δεδομένα του Ματ, ήταν άσχετο με οποιονδήποτε όρκο. «Υπηρετούμε τον Ραντ». Τα χρώματα επανήλθαν και χάθηκαν ξανά. Αίμα και στάχτες! Έπρεπε να πάψει να σκέφτεται... κάποια συγκεκριμένα άτομα. Τα χρώματα στροβιλίστηκαν και πάλι. «Μπορεί να εμφανιστεί σύντομα, αν του δώσεις χρόνο».

«Δεν κατάλαβες, Ματ», είπε ο Μπέσλαν σχεδόν έξαλλος. «Η μητέρα εξακολουθεί να κατέχει τον θρόνο κι η Σούροθ λέει πως θα κυβερνήσει όλη την Αλτάρα, όχι μόνο τις περιοχές γύρω από το Έμπου Νταρ. Ίσως να διοικήσει κι άλλα εδάφη, αλλά πρέπει να είναι υποτελής και να ορκιστεί πίστη σε μια γυναίκα που βρίσκεται στην απέναντι μεριά του Ωκεανού Άρυθ. Η Σούροθ λέει πως θα νυμφευθώ κάποια γυναίκα από τη Γενιά τους κι ότι θα ξυρίσω τα πλάγια του κεφαλιού μου, κι η μητέρα την ακούει. Μπορεί η Σούροθ να προσποιείται πως είναι ίσες, αλλά η μητέρα πρέπει να την ακούει όποτε μιλάει. Άσχετα όμως από τα λεγόμενα της Σούροθ, το Έμπου Νταρ δεν μας ανήκει πια κι ούτε οι υπόλοιπες περιοχές θα γίνουν ποτέ δικές μας. Ίσως να είναι δύσκολο να τους διώξουμε με τη βία, αλλά μπορούμε να τους κάνουμε τον βίο αβίωτο. Βρες τους Λευκομανδίτες και ρώτα τους τι εννοούν λέγοντας "Αλταρανή Μεσημβρία"».

Ο Ματ μπορούσε να συμπεράνει για τι πράγμα μιλούσε ο νεαρός χωρίς να ρωτήσει διευκρινίσεις. Κρατήθηκε να μην αναφέρει πως στο Έμπου Νταρ υπήρχαν περισσότεροι στρατιώτες Σωντσάν παρά Λευκομανδίτες σε όλη την Αλτάρα κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Λευκομανδιτών. Ένας δρόμος γεμάτος Σωντσάν δεν ήταν το κατάλληλο μέρος για να σου λυθεί η γλώσσα, κι ας ήταν οι περισσότεροι αγρότες και τεχνίτες. «Απ’ ό,τι κατάλαβα, φιρί-φιρί το πας να βρεθεί το κεφάλι σου καρφωμένο στον πάσσαλο», είπε σιγανά, όσο σιγανά μπορούσε, για να ακουστεί πάνω από τον ορυμαγδό των φωνών, των βοδιών που μουγκάνιζαν και των χηνών που έκρωζαν. «Έχεις ακουστά τους Αφουγκραστές τους. Αυτός εκεί ο τύπος, που μοιάζει με σταβλίτη, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι τέτοιος, ή ακόμα κι εκείνη η κοκαλιάρα, με τον μπόγο στην πλάτη».

Ο Μπέσλαν αγριοκοίταξε τόσο έντονα τους δύο που έδειχνε ο Ματ, οι οποίοι, αν όντως ήταν Αφουγκραστές, θα τον ανέφεραν γι’ αυτό και μόνο. «Μάλλον θα αλλάξεις βιολί όταν φτάσουν στο Άντορ», γρύλισε κι άνοιξε δρόμο μέσα από τον όχλο σπρώχνοντας όποιον έβρισκε μπρος του. Ο Ματ δεν θα εκπλησσόταν αν ξεσπούσε καυγάς. Είχε μια υποψία ότι ο Μπέσλαν πήγαινε γυρεύοντας.

Ο Θομ στράφηκε να τον ακολουθήσει μαζί με τον Όλβερ, αλλά ο Ματ τον έπιασε από το μανίκι. «Ηρέμησε τον αν μπορείς, Θομ. Και δείξε ψυχραιμία. Θα έλεγα πως αρκετά πέρασες κι εσύ, για να κάνεις τα στραβά μάτια».

«Το μυαλό μου είναι ήρεμο και θα προσπαθήσω να καλμάρω και το δικό του», αποκρίθηκε ξερά ο Θομ. «Ωστόσο, δεν μπορεί να κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. Για τη χώρα του πρόκειται». Ένα αχνό χαμόγελο χάραξε το πέτσινο πρόσωπό του. «Λες πως δεν θα ριψοκινδυνεύσεις, αλλά θα το κάνεις. Κι όταν γίνει αυτό, θα κάνεις τα πάντα προκειμένου να φανεί πως εγώ κι ο Μπέσλαν απλώς κάνουμε μια απογευματινή βόλτα στον κήπο. Μ’ εσένα τριγύρω, ακόμα κι ο μπαρμπέρης κάνει τα στραβά μάτια. Έλα, αγόρι μου», είπε και, πιάνοντας τον Όλβερ, τον τοποθέτησε πάνω στους ώμους του. «Η Ρισέλ μπορεί να μη σε αφήσει να ακουμπήσεις το κεφάλι σου στα στήθη της, αν αργήσεις στο μάθημα».