Ο Ματ τον κοίταξε βλοσυρά καθώς απομακρυνόταν. Έμοιαζε να έχει λιγότερες δυσκολίες από τον Μπέσλαν στο να κουβαλάει τον Όλβερ καβάλα στους ώμους του. Τι εννοούσε, άραγε, ο Θομ; Ποτέ, μα ποτέ, δεν έπαιρνε ρίσκα, εκτός κι αν ήταν υποχρεωτικά. Έριξε μια αδιάφορη ματιά προς το μέρος της αποστεωμένης γυναίκας και του τύπου με τις μπότες, που ήταν καλυμμένες με κοπριά. Μα το Φως, θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι Αφουγκραστές, κι αυτό ίσχυε για τον οποιονδήποτε. Προς το παρόν, το μόνο που ένιωσε ήταν ένα τσίμπημα ανάμεσα στους ώμους του, λες και τον παρακολουθούσαν.
Προχωρούσε αργά-αργά, διασχίζοντας δρόμους που, όσο προσέγγιζε την αποβάθρα, γέμιζαν ολοένα από κόσμο, ζώα κι άμαξες. Οι πάγκοι στις γέφυρες, πάνω από τις διώρυγες, είχαν κατεβάσει ρολά, οι γυρολόγοι είχαν μαζέψει τις κουβέρτες τους, ενώ οι ακροβάτες κι οι ταχυδακτυλουργοί, που συνήθως διασκέδαζαν τον κόσμο σε κάθε σταυροδρόμι, είχαν φύγει κι αυτοί λόγω έλλειψης χώρου. Οι Σωντσάν ήταν πάρα πολλοί, κι ίσως ένας στους πέντε ήταν στρατιώτης, κάτι που γινόταν εμφανές από τα σκληρά τους βλέμματα κι από την κορμοστασιά τους, η οποία ήταν τελείως διαφορετική από αγρότη ή τεχνίτη, ακόμα κι όταν δεν φορούσαν πανοπλία. Πού και πού, ζευγάρια από σουλ’ντάμ και νταμέην διέσχιζαν τον δρόμο σε μια δίνη ανοικτού χώρου, περισσότερου από αυτόν που καταλάμβαναν οι στρατιώτες. Δεν τους παραχωρούσαν τόσο χώρο από φόβο, όχι οι Σωντσάν τουλάχιστον. Υποκλίνονταν με σεβασμό στις γυναίκες με τα κόκκινα πλαίσια που απεικόνιζαν τον κεραυνό πάνω στα γαλάζια ρούχα τους, και χαμογελούσαν ενθαρρυντικά καθώς τα ζευγάρια τους προσπερνούσαν. Ο Ματ δεν σκεφτόταν πια τον Μπέσλαν. Κανείς δεν θα μπορούσε να διώξει τους Σωντσάν από αυτόν τον τόπο, εκτός από έναν ολόκληρο στρατό Άσα’μαν, όπως ακριβώς φημολογούνταν ότι τους πολέμησαν στα ανατολικά, μια εβδομάδα πριν. Ή από κάποιον οπλισμένο με τα μυστικά των Διαφωτιστών. Τι στο καλό τον ήθελε τον καμπανοχύτη η Αλούντρα;
Πρόσεξε πολύ, έτσι ώστε να μην πλησιάσει την αποβάθρα. Είχε πάρει το μάθημά του. Αυτό που επιθυμούσε κατά βάθος ήταν μια παρτίδα ζάρια, που να διαρκούσε μέχρι το βράδυ. Αν, μάλιστα, τραβούσε έως αργά, η Τάυλιν θα είχε πέσει για ύπνο όταν θα επέστρεφε στο Παλάτι. Του είχε πάρει τα ζάρια, ισχυριζόμενη πως δεν της άρεσε να τον βλέπει να παίζει τυχερά παιχνίδια, κάτι που όμως έκανε η ίδια όταν την έπεισε να βάλει στοίχημα ένα πρόστιμο, όσο αυτός ήταν κρεβατωμένος. Ευτυχώς, δεν ήταν και πολύ δύσκολο να βρει κανείς ζάρια και, καθότι τυχερός, πάντα του έβγαινε σε καλό να χρησιμοποιεί τα ζάρια των άλλων. Δυστυχώς όμως, από τη στιγμή που ο Ματ αντιλήφθηκε πως η γυναίκα δεν επρόκειτο να πληρώσει το πρόστιμο για να αφεθεί ελεύθερος —άλλωστε, προσποιούνταν πως δεν ήξερε για τι πράγμα τής μιλούσε!— τα είχε χρησιμοποιήσει για να της επιστρέψει λιγάκι από το δικό της γιατρικό. Μεγάλο λάθος, παρ’ όλο που εκείνη την ώρα είχε πλάκα. Όταν τα πρόστιμα εξαντλήθηκαν, η γυναίκα έγινε δυο φορές χειρότερη από πριν.
Ωστόσο, τα κουτούκια κι οι κοινές αίθουσες όπου μπήκε ήταν φίσκα από κόσμο όσο κι οι δρόμοι, και δεν υπήρχε χώρος ούτε για να σηκώσεις την κανάτα σου να πιεις, πόσω μάλλον να παίξεις ζάρια. Παντού υπήρχαν Σωντσάν που γελούσαν και τραγουδούσαν, και σκυθρωποί Εμπουνταρινοί που κοιτούσαν τους Σωντσάν κακόκεφα και σιωπηλά. Ρώτησε τους πανδοχείς και τους ταβερνιάρηδες μήπως είχαν ελεύθερη καμιά καμαρούλα για να νοικιάσει, αλλά όλοι κουνούσαν αρνητικά το κεφάλι. Όχι πως περίμενε κάτι διαφορετικό. Ελεύθερα δωμάτια δεν υπήρχαν ούτε πριν από τις νέες αφίξεις. Άρχισε να νιώθει την ίδια μελαγχολία που αισθάνονταν κι οι ξένοι έμποροι, που τους είδε να ατενίζουν με άδειο βλέμμα το κρασί τους και να αναρωτιούνται πώς θα έβγαζαν την πραμάτεια τους εκτός πόλεως δίχως άλογα. Είχε αρκετό χρυσάφι για να πληρώσει όσα ήθελε ο Λούκα, κι ακόμα παραπάνω, αλλά ήταν σφαλισμένο σε ένα σεντούκι στο Παλάτι Τάρασιν, και δεν σκόπευε να προσπαθήσει να βγάλει έξω κάποια ποσότητα, από τη στιγμή μάλιστα που οι υπηρέτες του Παλατιού τον κουβάλησαν από τις αποβάθρες σαν ελάφι που πιάστηκε σε κυνήγι. Το μόνο που έκανε έως τότε ήταν να συζητεί με τους καπετάνιους των πλοίων. Αν η Τάυλιν μάθαινε —και θα το μάθαινε— ότι προσπαθούσε να φύγει από το Παλάτι με περισσότερο χρυσάφι απ’ όσο χρειαζόταν για τζόγο της μιας βραδιάς... Ωχ, όχι! Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει δωμάτιο, ας ήταν και μια μικρή σοφίτα στο υπερώο σε μέγεθος ντουλάπας, οτιδήποτε, αρκεί να έβρισκε μια κρυψώνα για να κρύβει λίγο-λίγο το χρυσάφι, ειδάλλως θα έπρεπε να δοκιμάσει την τύχη του στα ζάρια. Ή το ένα ή το άλλο. Ασχέτως, όμως, του αν τον βοηθούσε η τύχη ή όχι, συνειδητοποίησε τελικά πως σήμερα δεν επρόκειτο να βρει τίποτα. Κι αυτά τα καταραμένα ζάρια δεν έπαψαν στιγμή να κλωθογυρίζουν μέσα στο κεφάλι του.