Выбрать главу

Δεν έμενε για πολύ σε ένα μέρος, κι όχι μόνο εξαιτίας της έλλειψης παιχνιδιών ή δωματίων. Τα χρωματιστά του ρούχα, αυτά τα ρούχα που με τη λαμπρότητά τους ντρόπιαζαν και Μάστορα, τραβούσαν τη προσοχή. Μερικοί Σωντσάν νόμισαν πως σκοπός του ήταν να τους διασκεδάσει, και τον πλήρωναν για να τους τραγουδήσει! Μια-δυο φορές δέχτηκε κι ο ίδιος, αλλά όταν άκουσαν τη φωνή του, απαίτησαν επιστροφή των χρημάτων τους. Κάποιοι Εμπουνταρινοί, με μακρόστενα, γυριστά μαχαίρια χωμένα πίσω από τα ζωνάρια τους και με αρκετό θυμό, που κατέπνιγαν, για να μην ξεσπάσει στους Σωντσάν, σκέφτηκαν να βγάλουν το άχτι τους με τον παλιάτσο, που το μόνο που του έλειπε για να μοιάζει με ανόητο ευγενή ήταν το βαμμένο πρόσωπο. Όποτε ο Ματ έβλεπε τέτοιους τύπους να τον κοιτάνε, ανακατευόταν με το πλήθος του δρόμου. Είχε μάθει από την καλή πως η παρούσα κατάσταση του δεν του επέτρεπε να συμμετάσχει σε μάχη, κι εξάλλου δεν θα τον ωφελούσε σε τίποτα, ακόμα κι αν το κεφάλι του δολοφόνου του κατέληγε σε κάποιον πάσσαλο, δίπλα στην πύλη της πόλης.

Ο Ματ αναπαυόταν όπου μπορούσε, σε κανένα άδειο βαρέλι εγκαταλειμμένο δίπλα στο στόμιο κάποιας αλέας, σε κάποιον πάγκο που σπάνια έβρισκε μπροστά από καμιά ταβέρνα και που είχε χώρο για άλλον έναν, ή σε κανένα πέτρινο σκαλοπάτι, μέχρι η ιδιοκτήτρια να έβγαινε έξω και να τον έδιωχνε με τη σκούπα. Η κοιλιά του κόντευε να φτάσει στην σπονδυλική του στήλη, κι ένιωθε πως όλοι κοιτούσαν με ανοικτό το στόμα τα φανταχτερά αλλά κακόγουστα ρούχα του. Το νοτερό κρύο τον πάγωνε έως το κόκαλο, και τα μόνα ζάρια που θα έβρισκε ήταν αυτά που εξακολουθούσαν να ηχούν μέσα στο κεφάλι του σαν οπλές αλόγου. Είχε την εντύπωση πως ποτέ στο παρελθόν δεν ηχούσαν τόσο δυνατά.

«Το μόνο πράγμα που έχει νόημα είναι να πάω πίσω και να γίνω ξανά το σκυλάκι της καταραμένης της Βασίλισσας!» γρύλισε, χρησιμοποιώντας τη μαγκούρα του, για να σηκωθεί από το σπασμένο, ξύλινο καφάσι που κειτόταν παράπλευρά στον δρόμο. Μερικοί διαβάτες τον κοίταξαν λες και το πρόσωπό του ήταν ήδη βαμμένο. Τους αγνόησε. Δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία και δεν τους έσπασε τα κεφάλια με τη μαγκούρα, όπως θα τους άξιζε επειδή κοιτούσαν έναν άνθρωπο με γουρλωμένα μάτια.

Οι δρόμοι ήταν εξίσου κατάμεστοι με πριν, και συνειδητοποίησε πως θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν θα έφτανε στο Παλάτι, αν προσπαθούσε να περάσει μέσα από όλο αυτόν τον όχλο. Η Τάυλιν, φυσικά, θα είχε πέσει για ύπνο. Μάλλον. Το στομάχι του γουργούρισε τόσο δυνατά, που κατέπνιξε τον ήχο των ζαριών. Αν αργούσε υπερβολικά, μπορεί να διέταζε το προσωπικό της κουζίνας να μην τον ταΐσει.

Δέκα ακόμα δύσκολα βήματα μέσα στο στριμωξίδι, κι έστριψε σε ένα σοκάκι, στενό, σκοτεινό και χωρίς λιθόστρωτο. Ο λευκός σοβάς στους, δίχως παράθυρα, τοίχους ήταν ραγισμένος κι έπεφτε, αποκαλύπτοντας τα τούβλα που υπήρχαν από κάτω, πολλές φορές ούτε κι αυτά. Ο αέρας ήταν δυσώδης με την αποπνικτική μυρωδιά της σήψης, κι ο Ματ ήλπιζε πως αυτό που έλιωνε κάτω από τις μπότες του ήταν λάσπη, παρ’ όλο που ανέδιδε μια απεχθέστατη οσμή. Άνθρωποι δεν υπήρχαν πουθενά. Προχώρησε με δρασκελιές ή, τουλάχιστον, έτσι του φάνηκε. Δεν μπορούσε να περιμένει τη μέρα που θα έκανε μερικά χιλιόμετρα χωρίς να λαχανιάσει, να πονέσει, και να χρειαστεί να ακουμπήσει στη μαγκούρα του. Στριφογυριστές αλέες, οι περισσότερες τόσο στενές που οι ώμοι του έτριβαν και τις δυο μεριές τους, διέσχιζαν σταυρωτά την πόλη, δημιουργώντας έναν λαβύρινθο στον οποίο ήταν πανεύκολο να χαθείς, αν δεν ήξερες πού πας. Ωστόσο, ο Ματ ποτέ δεν πήρε λάθος στροφή, ακόμα κι όταν ένα στενό, κυρτό μονοπάτι διακλαδιζόταν ξαφνικά σε άλλα τρία ή τέσσερα, που έμοιαζαν να ελίσσονται προς την ίδια φαινομενικά κατεύθυνση. Δεν ήταν λίγες οι φορές στο Έμπου Νταρ που χρειάστηκε να αποφύγει τα συναπαντήματα, κι αυτά τα σοκάκια τα ήξερε εξίσου καλά με την παλάμη του. Περιέργως, ωστόσο, είχε την αίσθηση ότι τον παρακολουθούσαν, κάτι αναμενόμενο όμως, αφού φορούσε αυτά τα καταραμένα ρούχα.

Παρ’ όλο που χρειάστηκε να περάσει μέσα από μια μάζα ανθρώπων και ζώων, διασχίζοντας το ένα σοκάκι μετά το άλλο, και περιστασιακά να στριμωχτεί σε έναν συμπαγές ανθρώπινο τείχος, που έμοιαζε με γέφυρα, βρέθηκε τελικά πίσω, στο Παλάτι, σε χρονικό διάστημα ίσο με αυτό που θα έκανε αν διέσχιζε τρεις δρόμους. Ταχύνοντας το βήμα του σε ένα σκιώδες μονοπάτι, ανάμεσα σε μια καλοψωτισμένη ταβέρνα κι ένα μαγαζί με βερνίκια που είχε κατεβάσει τα ρολά, αναρωτήθηκε τι είδους φαγητό να είχαν ετοιμάσει στην κουζίνα. Πιο ευρύχωρο από τα περισσότερα κι αρκετά φαρδύ για να χωράει τρεις, σχετικά λεπτούς, ανθρώπους, το σοκάκι αυτό οδηγούσε στην Πλατεία Μολ Χάρα, σχεδόν μπροστά στο Παλάτι Τάρασιν. Εκεί ζούσε η Σούροθ, κι οι μάγειρες έβαζαν τα δυνατά τους από τότε που μαστίγωσε τους πιο πολλούς έπειτα από το πρώτο της γεύμα. Μπορεί το μενού να περιλάμβανε στρείδια με κρέμα, ίσως χρυσόψαρα και σουπιές με πιπέρι. Έχοντας κάνει δέκα βήματα στις σκιές, το πόδι του έμπλεξε σε κάτι που δεν έλιωσε υπό το βάρος του, κι ο Ματ, βρίζοντας, βρέθηκε πεσμένος στις παγωμένες λάσπες, στριφογυρίζοντας την τελευταία στιγμή, για να μην πέσει πάνω στο χτυπημένο του πόδι. Τα παγωμένα υγρά μούσκεψαν αμέσως το πανωφόρι του. Ήλπιζε να επρόκειτο για νερό.