Выбрать главу

Έβρισε ακόμα μια φορά, όταν μια μπότα προσγειώθηκε στον ώμο του. Ο τύπος πήδησε από πάνω του κι, αφήνοντας μια βρισιά, έτρεξε πιο βαθιά στο σοκάκι, αλλά γλίστρησε στη λάσπη κι έπεσε στο ένα γόνατο, καταφέρνοντας την τελευταία στιγμή να κρατηθεί από τον παράπλευρο τοίχο της ταβέρνας για να μην πέσει σαν άμορφος σωρός. Τα μάτια του Ματ είχαν συνηθίσει στο ημίφως κι έτσι διέκρινε μια λιγνή κι απροσδιόριστη φιγούρα. Έναν άντρα, που είχε στο μάγουλό του κάτι που έμοιαζε με βαθιά χαρακιά. Ωστόσο, μάλλον δεν επρόκειτο για άντρα, αλλά για ένα πλάσμα που είχε δει να ξεσχίζει με γυμνό χέρι τον λαιμό του φίλου του, να βγάζει το μαχαίρι από το ίδιο του το στήθος και να το πετάει επάνω του. Το πράγμα θα προσγειωνόταν εύκολα μπροστά του, αν ο Ματ δεν σκόνταφτε. Δόξα στο Φως, κάποιο καπρίτσιο του προσωπείου τα’βίρεν είχε δουλέψει υπέρ του! Όλες αυτές οι σκέψεις άστραψαν μέσα στο κεφάλι του όσο το γκόλαμ ισορροπούσε στον τοίχο κι έστρεφε το κεφάλι του προς τη μεριά του, αγριοκοιτάζοντάς τον.

Αφήνοντας μια βρισιά, ο Ματ άδραξε την πεσμένη μαγκούρα του και με μια αδέξια κίνηση την πέταξε προς το μέρος του πλάσματος, σαν να ήταν δόρυ. Σημάδεψε τα πόδια του, ελπίζοντας να μπουρδουκλωθεί κι έτσι ο ίδιος να κερδίσει λίγο χρόνο. Το πράγμα έκανε στην άκρη με μια ρέουσα κίνηση, σαν να αποτελούνταν από νερό, κι απόφυγε τη μαγκούρα, ενώ οι μπότες του γλίστρησαν στη λάσπη. Κατόπιν, όρμησε επάνω του. Η καθυστέρηση, ωστόσο, ήταν αρκετή. Μόλις η μαγκούρα έφυγε από το χέρι του, ο Ματ άρχισε να ψαχουλεύει μέσα στην πουκαμίσα του για το μενταγιόν με την αλεπουδοκεφαλή, σκίζοντας το πέτσινο σχοινί καθώς τραβούσε έξω το αντικείμενο. Το γκόλαμ χίμηξε επάνω του κι ο Ματ στριφογύρισε το μενταγιόν με μια απεγνωσμένη κίνηση. Το ασήμι, που είχε κρυώσει όσο ακουμπούσε πάνω στο στήθος του, ακούμπησε ελάχιστα ένα τεντωμένο χέρι κι ακούστηκε ένας συριστικός ήχος, σαν ψημένο λαρδί, ενώ ο χώρος γέμισε με μυρωδιά καμένης σάρκας. Το πλάσμα, ρευστό σαν υδράργυρος και μουγκρίζοντας, πάσχισε να παραμερίσει το μενταγιόν και να αρπάξει κάποιο εκτεθειμένο σημείο στο σώμα του Ματ. Μόλις τον έπιανε στα χέρια του, θα ήταν ήδη νεκρός. Αυτή τη φορά, δεν θα προσπαθούσε να παίξει μαζί του, όπως είχε κάνει στο Ράχαντ. Κοπανώντας το χωρίς σταματημό, το χτύπησε με την αλεπουδοκεφαλή στο άλλο χέρι και στο πρόσωπο, και κάθε φορά ακουγόταν ένας συριγμός κι ο αέρας γέμιζε με την αναγουλιαστική μυρωδιά της καμένης σάρκας, λες και το χτυπούσε με πυρωμένο σίδερο. Με τα δόντια ξεγυμνωμένα, το γκόλαμ οπισθοχώρησε και κάθισε ανακούρκουδα, με τα γαμψώνυχα προτεταμένα, έτοιμο να πηδήσει στην παραμικρή αδυναμία του αντιπάλου του.

Χωρίς να πάψει να στριφογυρίζει στιγμή το μενταγιόν, ο Ματ στάθηκε στα πόδια του, αν και με κάποια αστάθεια, παρακολουθώντας το πράγμα που έμοιαζε με άντρα. Όσο θέλει εσένα νεκρό, θέλει κι αυτήν, του είχε πει στο Ράχαντ, χαμογελώντας. Τώρα όμως, ούτε μιλούσε ούτε χαμογελούσε. Ο Ματ δεν είχε ιδέα ούτε σε ποιον αναφερόταν ούτε ποια ήταν «αυτή», αλλά τα υπόλοιπα ήταν ξεκάθαρα πια στο νου του. Κι έτσι, είχε βρεθεί εδώ, ανίκανος σχεδόν να στηριχθεί στα πόδια του. Το πόδι του, ο γοφός του και τα πλευρά του πονούσαν λες κι είχαν αρπάξει φωτιά. Το ίδιο κι ο ώμος του, πάνω στον οποίο είχε πατήσει το γκόλαμ. Έπρεπε επειγόντως να ξαναβγεί στον δρόμο, να βρεθεί ανάμεσα σε ανθρώπους. Ίσως, αν το πλήθος ήταν αρκετό, το πλάσμα να αποθαρρυνόταν. Οι ελπίδες του δεν ήταν πολλές, αλλά δεν έβλεπε άλλη λύση. Ο δρόμος δεν ήταν μακριά. Άκουγε ήδη διάφορες φωνές να φλυαρούν, ελάχιστα αμβλυμένες εξαιτίας της απόστασης.